υπήρχε κάτι μελαγχολικά όμορφο σ΄ εκείνο το δρομάκι της γειτονιάς
κάθε φορά που περνούσε κοντοστέκονταν και παρατηρούσε τις απρόσωπες ομοιόμορφες πολυκατοικίες που καίγονταν κι αναστέναζαν μαζί με τους κατοίκους της πόλης
τσιμέντα κι άνθρωποι έβραζαν μες στο κατακαλόκαιρο και παραδίνονταν στη ραστώνη του μεσημεριού
ένιωθες τη ζωή που κρύβονταν πίσω από τα μισοκατεβασμένα παντζούρια
παιδιά διαμαρτύρονταν μπήγοντας τα κλάματα κι ουρλιάζοντας κάθε φορά που προσπαθούσε η μάνα τους να τα βάλει με το ζόρι για ύπνο
οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή με όνειρα και φαντασία μέχρις ότου ενηλικιωθούν και να ξεφορτωθούν τα τσαλακωμένα τους όνειρα στον κάδο απορριμμάτων
ενήλικες πια παραδομένοι στη λογική στέκουν με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό ν’ αναζητά εκείνο που τους στέρησαν
δεν είχαν το χρόνο να τεμπελιάσουν να πειραματιστούν
τα περιπλανημένα μάτια τους κοιτούν όλο τρυφερότητα τη γωνιά που άφησαν αφύλακτη ένα βράδυ καλοκαιρινό γυρνώντας σπίτι μετά τη συνάντηση με την παρέα τους
κι όλο καθυστερούσαν την ώρα της επιστροφής
κι όλο φαντάζονταν μια άλλη ζωή
από κάπου ακούγονται φωνές από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις
άλλοτε φωνές γελαστές κι άλλοτε φωνές απόγνωσης κι απελπισίας
άοπλοι στεκόμαστε στο πεδίο μάχης με την επιβίωση
μα κανένα (αντι)ανθρώπινο κατασκεύασμα δεν είναι ικανό να συγκρατήσει την περιέργεια ενός ελεύθερου ατόμου
δεν είμαστε ιδιοκτήτες του κόσμου ούτε ένοικοι
είμαστε ζωντανές κινούμενες φωτιές συγκάτοικοι σ΄ ένα τόπο με υπόσταση πέρα ως πέρα αληθινή
σε πλατείες και στενάχωρα διαμερίσματα εξαντλούμε όλη μας την ενέργεια για ζωή έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς κι απλήρωτα γραμμάτια
29/1/2025

Leave a comment