Κόντευαν μεσάνυχτα
Μια υποψία από ανέκδοτο φάνταζε στο μπρούντζινο περιεχόμενο της αβύσσου
«Απόψε θα μιλήσουμε για όλα» σκέφτηκε, αλλά κανείς δεν αποκρίθηκε
Η περασμένη ώρα (σαν να διαισθάνθηκε την ανάγκη εξομολόγησης προς το κοντινότερο σημείο μεταξύ γης και ανθρώπου) ανέλαβε το ρόλο του ακροατή
[Όλοι κάνουν σαν να σηκώθηκαν μόλις τώρα από το κρεβάτι και ψάχνουν τις κρυμμένες παντόφλες τους]
Κάτι να αλλάξει
Δώσε στον άνθρωπο ένα παιχνίδι κι άστον να προσπαθεί να το συναρμολογήσει
Και οι ρομαντικοί; Οι ρομαντικοί είναι μίγμα υλικών με απροσδιόριστες παρενέργειες
Πότε θα ταξιδέψουμε στα μέρη πού μας βρήκαν οι άνεμοι;
Πότε θα ξενυχτίσουμε μιλώντας μόνο με τα χέρια;
Πότε θα αναλάβει ο καιρός το έργο των άχαρων κλεισιμάτων;
(Αφήνεσαι στο πουθενά)
Γνωρίζονται οι άνθρωποι πριν συναντηθούν; Κι αφού συναντηθούν γιατί παύουν να γνωρίζονται;
(Θα δούμε το άλλο μας πρόσωπο και θα μας αρέσει τόσο πολύ που δεν θα ξαναφορέσουμε το προηγούμενο)
Μάθε να ζεις με το φόβο και την αγωνία μήπως πεθάνεις / με το φόβο μην ξεχάσεις να βάλεις ξυπνητήρι / με το φόβο πως θα σε αντικαταστήσουν σαν χαλασμένο εξάρτημα / πως θα σε ξεχάσουν / πως θα χρωστάς μια ζωή / πως δε θα έχεις ποτέ αρκετά για να ξοδεύεις / μάθε το φόβο, το φόβο, το φόβο / μάθε να ζεις με το φόβο: στο τέλος θα σ’ αρέσει τόσο πολύ που θα τον ψάχνεις (εάν δεν τον έχεις)
Άνοιξε το ψυγείο, πιες λίγο νερό, πάρε βαθιές ανάσες
(τίποτα δε θα αλλάξει αλλά θα έχεις ένα ελαφρυντικό πως προσπάθησες)
Έτσι είναι λοιπόν: κάποιοι θα απολαμβάνουν τη δροσιά του μπαλκονιού τους και κάποιοι θα καίγονται στα υπόγεια
Μη θορυβείς: τα άστρα κοιμούνται
Ανθρώπινα δικαιώματα: σαν να προσπαθεί κάποιος να μας πείσει πως η απουσία αναπνοής είναι σημάδι θανάτου
Κόντευαν μεσάνυχτα
Μια υποψία από μυρωδιά κέδρου μοιράζονταν ανάμεσα στα ρουθούνια της αβύσσου και τα ρουθούνια της στεγασμένης προσοχής
Προετοιμάσου για τη βουτιά στο κοντινότερο μαγαζί του τρόμου (θα συνηθίζεις τόσο πολύ στην ιδέα του, που θα πάψεις να αναρωτιέσαι αν τον προκαλείς εσύ, ή, αν σου τον άφησαν παρακαταθήκη όλοι εκείνοι που περπατούσαν πάνω στα σπασμένα γυαλιά και παραμιλούσαν στον ύπνο τους για κάποιον που δεν είχε πρόσωπο: κι αυτό τους προκαλούσε τρόμο
Μια υποψία από συγκερασμένα χνώτα λείανε τα σπασμένα γυαλιά και περπάτησε στον αγύριστο χρόνο με βήματα επιεικώς αναίσθητα
(Φόβος: ο βουβός επαναστάτης)
Μη θορυβείς: οι φόβοι ονειρεύονται
[Όλοι κάνουν σαν να σηκώθηκαν μόλις τώρα από το κρεβάτι και δεν θυμούνται αν ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο ή απλά τον αναποδογύρισαν]
(Ένας ανά-ποδος κόσμος παρά πόδας)
17 Μαΐου 2019

Leave a comment