Στη ζωή φέρεσαι όπως όταν στέκεσαι μπροστά σε ένα έργο τέχνης: ή θα ενθουσιαστείς μαζί της ή θα αδιαφορήσεις

Άμπωτη, πλημμυρίδα, δεκανίκια, δανεικά λεπτά της ώρας

Θυμάμαι με τρυφερότητα και ιδιαίτερη συγκίνηση όσα δεν ζήσαμε (βλέπεις, ο χρόνος ήταν περιορισμένος και η ελευθερία μου ασυμβίβαστη)

Το σιωπηλό βλέμμα της γάτας αποπνέει σιγουριά για όλα εκείνα που συνήθως θαυμάζουμε χωρίς ιδιαίτερο λόγο

Οι άνθρωποι όλο και πιο σπάνια αποπειρώνται να γνωρίσουν το άγνωστο: το θεωρούν απόμακρο, ενώ πιστεύουν σε αυτό χωρίς καμία λογική εξήγηση. Όσο απομακρύνονται από την επιθυμία τους να συνάψουν σχέσεις φιλίας με το άγνωστο ‘’είναι’’ τους τόσο πιο επιφυλακτικοί και δύστροποι γίνονται. Δεν χρειάζεται κανείς ταλέντο για να φτάσει στο τέλος της πορείας του: είναι μια διαδικασία αναπόφευκτη, οδυνηρή και απαραίτητη

Θα ανοιχτούν πολλά νέα μονοπάτια κι άλλα τόσα θα σβηστούν

Ποτέ δεν παραμένουμε ίδιοι: και πώς να παραμείνεις ίδιος όταν έρθεις αντιμέτωπος με τη δική σου αλήθεια στην πραγματικότητα που άλλοι ορίσανε για σένα;

Προσποιούνται το όμορφο

Ανταλλάσσουν τις ώρες τους με καμουφλαρισμένα προσωπεία κοινωνικής υπόστασης

Υιοθετούν το σχήμα της παραίτησης

Ανάμεσα στα κοινωνικά καλούπια και την ατομική τους ελευθερία επιλέγουν τα πρώτα συντηρώντας τα με βδελυγμία

Τα δανεικά λεπτά λιγοστεύουν

Δίπλα στις σχάρες των υπονόμων, τα αγριόχορτα συμπληρώνουν το μωσαϊκό της ζωής (στους υπονόμους κρύβονται τα μυστικά της ανθρωπότητας)

Σκυμμένοι πάνω από οθόνες, χαμένοι στον παραλογισμό της ευπρεπούς ενδυμασίας

Σαν κορσές σφίγγουν το μυαλό οι προκαταλήψεις

Οι αυριανοί φόβοι στρογγυλοκάθισαν στο στομάχι μας ζητώντας επιείκεια λόγω του πρότερου έντιμου βίου τους

Ακατάληπτες συμβουλές φτύνουν στα μούτρα μας κι εμείς σκουπίζουμε με την άκρη του μανικιού την αηδία της ευυπόληπτης προστακτικής: θα αντέξεις θες δε θες (ή αλλιώς: θα μάθεις να υπακούς)

Φαντασιώνεσαι ουρανούς στο ανοιχτό κελί σου

Πάει καιρός που δεν σε ενδιαφέρει η αλήθεια παρά μόνο η ψευδαίσθησή της

Με λυμένα κορδόνια είναι πιο εύκολο να σκοντάψεις

Τα γραμματοκιβώτια γεμίζουν με λογαριασμούς: αν δεν πληρώσεις δεν έχεις ζωή, δεν έχεις σπίτι, δεν έχεις σύντροφο, δεν έχεις όνομα

Προσπαθείς να μαντέψεις τις σκέψεις σου χωρίς επιτυχία

Ήχος από βιολιά και βατόμουρα

Αναβάθμιση εικόνων, ξεχειλωμένα πουλόβερ, παγωτό φράουλα, αθλητικά παπούτσια, αισθητικές παρεμβάσεις, αυξομειώσεις διάθεσης, ασταθής καιρός, εξαφάνιση πανίδας, παράνομη ζωή, ατσάλινα νεύρα, γερό στομάχι, κόμπος στο λαιμό, εξομολογήσεις σε ανύπαρκτους χρόνους, ανώφελα έξοδα, χρονικές διαταράξεις, παρελθόν χωρίς σωσίβιο, μέλλον με αντενδείξεις, παρόν: άφαντο

Η βελόνα της εμπιστοσύνης δείχνει στο μηδέν

Με ένα δρασκέλισμα πηδάς από το κρεβάτι στη χώρα του ονείρου. Συνομιλείς με τους φόβους σου και επιστρέφεις στο παρόν. Από δω και στο εξής μια σκιά θα περπατά και θα κοιμάται πλάι στη δική σου διεκδικώντας το μερίδιό της στην αποκάλυψη ενός παράλληλου σύμπαντος

Στο μαγκανοπήγαδο της συνήθειας ανεβάζεις καθημερινά άδειο τον κουβά από συναισθήματα

Γεννιόμαστε θλιμμένοι ή είναι άλλη μια μεταδοτική ασθένεια μεταξύ των ανθρώπων;

Θορυβώδεις καιροί

Ανεμογεννήτριες

Φυσικές καταστροφές

Εκπτωτικά κουπόνια

Στιλβωμένα μυαλά

Μηδενική ανοχή στην ανία

Ένας κόσμος χαμένος από τη γέννησή του, καθισμένος στον παρηκμασμένο θρόνο του, κουνά τη βεντάλια στα γυμνά αχαμνά του και οραματίζεται έναν άλλο κόσμο που κανείς δεν θα αντιστέκεται στις ορέξεις του και τις συχνές παλαβομάρες του

Με σφηνωμένο το κεφάλι στη μαύρη τρύπα της σπηλιάς περιμένεις το θηρίο για να του ανοίξεις το κεφάλι στα δύο

Ένας ανέραστος κόσμος προβληματίζεται για τη φθορά του σώματός του

Στις αφετηρίες των λεωφορείων τερματίζουν οι κάλυκες του σύγχρονου τρόπου ζωής

Με ένα μαχαίρι κόβεις τον πάγο σε κύβους: τα ζάρια της τύχης λιώνουν σαν την άμμο της νυχτερινής απογείωσης

Μπροστά στα μάτια των τρένων ποζάρουν φιγούρες ντυμένες στα άσπρα

Μεταμεσονύκτιες απορίες, φυλαχτά από μάτι τίγρης, ξερακιανές σκιές

Οι κάμερες του ονείρου κατέγραψαν ασυνήθιστα αυξημένη κυκλοφορία

Μπλε συνειδήσεις

Εποχική τρέλα με δαντέλα από μπετόν

Καταρρίψεις φραγμών

Περιθωριακοί χαρακτήρες

Υπνοβάτες με μια βαλίτσα στο χέρι – που μια την αδειάζουν και μια τη γεμίζουν – περπατούν κοιτώντας το πανί που οδηγεί στη σκηνή του θεάτρου

4 Μαρτίου 2020

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect