Στρωμένο τραπέζι με λευκό τραπεζομάντηλο
κειμήλιο της γιαγιάς κεντημένο στο χέρι
Στη μέση κεριά ζεσταίνουν την παγωμένη ατμόσφαιρα
Σβησμένοι λεκέδες κρασιού. Στο πάτωμα πεσμένο μαχαίρι.
Ματιές πονηρές, δαγκωμένα χείλη
Φιλαρέσκεια χωρίζει στα δυο το ταβάνι
Παράθυρα κλείνουν μη μπει μέσα η θλίψη
Η έχθρα μετρά και σου γράφει χωρίς μελάνη
Μέρες ντροπής για σένα που έχεις
κι όλο απορείς πού χάνονται τάχα
Νύχτες σχολής για όσους αψηφούν
κρύο και πείνα (το πείσμα τους να ‘χα)
Σπατάλησες χρόνο και χρήμα πολύ
σε φυλακές σιωπής που φώναζαν ψέμα
Στις λακκούβες που πατάς πρόσεχε μη λερωθείς
δεν έχουν πάντοτε νερό: ενίοτε κρύβουν ανθρώπινο αίμα
Ασφυκτιούν οι φλέβες σαν τεντωμένες χορδές
σε κιθάρα του χθες που φιλά τα δάχτυλά μου
Γρατζουνώ τις ψιλές νότες των αστραπών μου
κεραυνοί απασφαλίζουν ομηρικά τα δάκρυά μου
Γλίτωσες την αίγλη των αξημέρωτων νιφάδων
των απρόσμενων αφιλόξενων ξερών κοιτασμάτων
Ποιος σε έφερε στη γη των άγριων ανθρώπων;
Φωτιά μερεύει την ψυχή αθώων / φονικών σπερμάτων
Φορέστε ενδύματα καλά, χαμόγελα σιδερωμένα
Απρόσκλητοι ξένοι χτυπούν μες στη νύχτα τη θύρα
κι όσο περιμένουν ελεημοσύνη με μάτια υγρά να ευγνωμονούν
τόσο αναρωτιούνται ποιος είναι (ο) πιο αδικημένος απ΄τη μοίρα
Το πιάτο της ελεημοσύνης με τις ψεύτικες αβαρίες
επιστράφηκε άθικτο, καθαρό, γεμάτο περηφάνια
Επιστράφηκε σα θυσία στο βωμό της φιλοξενίας
απ’ όσους προτιμούν να ζουν δυναμικά στην αφάνεια
1 Δεκεμβρίου 2016

Leave a comment