Θες να πεις τόσα και καταλήγεις να μιλάς χωρίς να κουνήσεις τα χείλη σου. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και ευθύς αμέσως αναπηδάς από τη θέση που είσαι τώρα στη θέση που θα ήθελες να βρίσκεσαι:
κάπου ανάμεσα στα κύματα –που δεν σε κουράζει ποτέ το μουγκρητό τους–, και κάπου ανάμεσα στα σύννεφα –που ποτέ σου δεν κατάλαβες για ποιο λόγο οι άνθρωποι θεωρούν πως κατοικούν οι θεοί: οι θεοί δεν κατοικούν παρά μονάχα σε όσους τους έχουν ανάγκη
[Και το ερώτημα παραμένει: ποιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα:
ο θεός ή η φαντασία του ανθρώπου; ή μήπως η αχλεύαστη ιδιοκτησία του όλου;]
Πώς ξεπαστρέψαμε εκείνα που υποτίθεται πως αγαπούσαμε, και τα φέραμε προ τετελεσμένων γεγονότων;
Η πραγματικότητα είναι σαν μια άγνωστη κυρά που δε ζητά ελεημοσύνη ούτε παρουσιάζεται ως μεταφυσική εικόνα από το υπερπέραν: περιμένει. Περιμένει κάτω από το υπόστεγο της ασυδοσίας των ανθρώπινων πράξεων και διψά για προσοχή: όχι από την προσοχή που δίνουμε στα ανύπαρκτα, αλλά την προσοχή που με αυτή βιδώνουμε προσεκτικά τις ιδέες μας για να μη χαλαρώσουν και να μην πάψουν να ενοχλούν εμάς και τον μικρόκοσμό μας
Αναλύσαμε τη ζωή και την ευγένειά της να προσφέρει, αναλύσαμε το θάνατο που με τη σειρά του συνεισφέρει στον κύκλο της ζωής. Στη ζωή φερόμαστε συντηρητικά λες και την τιμωρούμε επειδή υπάρχει, ενώ στο θάνατο συμπεριφερόμαστε με περίσσια υποκρισία και νομοτέλεια λες και τον αποδεχόμαστε (όχι τον ίδιο τον θάνατο μα την απαραίτητη παρουσία του)
Καταπιέζεις και καταπιέζεσαι σαν να μη βλέπεις πού μας οδήγησε η αποτίμηση της πλαγιομετωπικής σύγκρουσής μας με το αναπόφευκτο
[Τι νομίζεις πώς θα προλάβεις να εξαγοράσεις;]
Πιο πολύ και από τον ίσκιο σου φοβάσαι τον ήλιο. Πιο πολύ και από τον ήλιο φοβάσαι το σκοτάδι και την ευκολία του να μεταμορφώνει τους φόβους σου σε πρόσωπα οικεία και να τα πετά σε μια άκρη όπου θα στέκουν κάθε βράδυ σαν κούκλες περιμένοντας εσένα και τους φόβους (σου) για να αρχίσουν να παίζουν εκείνη την αφόρητη μουσική με τα ξύλινα κρόταλα και τους ασημένιους δίσκους. Παίζουν τη μουσική μέχρι να μην αντέχεις άλλο, να μην μπορείς ούτε να κοιμηθείς ούτε και να ξαγρυπνήσεις. Ηχορύπανση δωματίου: αποφάσισε, θέλεις να σταματήσει; εκτός και αν δεν την ακούς και είσαι από αυτούς που προτιμάνε να φαντάζονται πως κάθονται αναπαυτικά σε μια σεζ λονγκ με τα πόδια αραχτά το ένα πάνω στο άλλο και την μακαριότητα που περιστοιχίζει τους αδαείς και τους μοιρολάτρες. Ίσως και να σκέφτεσαι (μάλλον φαντάζεσαι είναι η πιο κατάλληλη λέξη) πως θα ανταμειφθούν οι κόποι σου και η καρτερικότητά σου με ένα χαμένο λαχείο που θα βρεθεί στην πόρτα σου ή με μια αναπάντεχη κληρονομιά ή ακόμα και με μια καλή δουλειά ή ακόμα καλύτερα με ένα ταίρι-πιστό αντίγραφο των όσων σε διδάξανε: για να προοδεύσεις στη ζωή, να μάθεις να μένεις πίσω από τα γεγονότα, να μην ασχολείσαι με τους άλλους (μπορείς απλώς να τους σχολιάζεις κοινωνικά)
Τι κακό και αυτό, να περιμένουν από εσένα όσα δεν κατάφεραν
[Συνθλίβεις τη ματαιότητα με τα βραβεία της σιωπής]
Σύμμαχός σου το ξυπνητήρι του βιολογικού σου / τους ρολογιού: ήρθε η ώρα να δημιουργήσεις οικογένεια, ήρθε η ώρα να αλλάξεις αυτοκίνητο, ήρθε η ώρα να ψάξεις για μια καλύτερη δουλειά, ήρθε η ώρα να κλέψεις (και άλλα), , ήρθε η ώρα να μου ξεπληρώσεις όσα έκανα για σένα, ήρθε η ώρα σου (γενικά και αόριστα). Ακόμα να τρέξεις προς την απόγνωση; (θα ‘ρθει και σένα η ώρα σου)
Μπείτε σε μια σειρά και ακολουθήστε το ένστικτό σας (οξύμωρο)
Τα βραβεία σιωπής πληθαίνουν όσο πληθαίνουν οι παραλήπτες τους
Μπείτε σε μια σειρά και παραμείνετε σιωπηλοί (αδύνατο)
5 Μαρτίου 2019

Leave a comment