Δαπανηρό το πρόγευμα, ανέξοδη η θυσία, άδεια η θέση

Συναντάς όλα όσα ήθελες να αποφύγεις σε μια μόνο στιγμή: εκείνη που σου αποκαλύπτεται ανάμεσα στα πανιασμένα σύννεφα και τον ήλιο με τις χιλιάδες καρδιές. Άλλη μια προπατορική ιστορία για αμαρτωλές ψυχές έχασε στο παιχνίδι των λέξεων (από στόματα σφραγισμένα και μοιραίους σχολιασμούς)

Κοπαδισμός: ο τέλειος συγχρονισμός κινήσεων

Με ένα κάρβουνο συμπληρώνεις τον άδειο ουρανό ακροβατώντας σε μαύρα σύννεφα που σπρώχνουν το άρωμα της μπόρας προς τη γη των αδαών με τα αδρανή χαρακτηριστικά: αδράνησε η σκέψη σαν ξεφτισμένη απειλή

Αύριο, αν θυμηθείς, να μου μιλήσεις για το όλο του τίποτα (και εγώ θα σου το ανταποδώσω με μια πληροφορία για την ελλιπή σφριγηλότητα ενός βαρύτονου πρωινού)

Κράτα μια ανάμνηση* και για μένα

*(ανάμνηση: ο αμνός της ανυπεράσπιστης εμπειρίας)

Βάπτισμα στη νιρβάνα των φυσικών επιλογών

Τι μας φόβιζε πιο πολύ: το πρόσωπο που μας διηγούνταν την ιστορία ή η ίδια η ιστορία ή μήπως η απρόσωπη μάσκα και των δύο; Όταν γινόμαστε εμείς η ιστορία και το πρόσωπο που την διηγείται, μας εγκαταλείπει η συνήθεια του φόβου, ή εγκαταλείπουμε εμείς το σήμερα ξεμακραίνοντας από καθετί γνώριμο;

Βάφεται η ψυχή στα χρώματα της ζωής

Με τη λαβίδα της ψυχής πιάνεις μία-μία τις λέξεις, σα ζιζάνια προς μελέτη: κι αυτά κουνούν τα πόδια τους δυσανασχετώντας για την αβεβαιότητα της στιγμής

Λόγω συνταξιοδότησης όλα τα όνειρα στη μισή τιμή (για λίγες μόνο ημέρες). Προλάβετε

Εργολαβία καταλοίπων

Συνειδησιακός λόξυγγας: κάποιος μας (κατα)μετράει

Δεν είναι απαραίτητο να πεις για να πεις όταν δεν έχεις τίποτα να πεις: οι συνειδήσεις σαν ανάδοχοι θα αναλάβουν το δύσκολο έργο της ονομασίας των κομματιών του λόγου (κομματιασμένοι διάλογοι)

Κώνος-κλώνος-κλωνάρι-κουκουνάρι-σκόνη (σκονική πραγματικότητα)

Με γλώσσα σαν κοπίδι και χέρια από μολύβι, αναστατώνεις τους (εικονικούς) πλάστες του δικαίου: δικαίωμα στην αφαίμαξη των οριζόντιων καλαμιών και των κάθετων φουρκισμένων αποστολών

Άλλο ένα μύθευμα αναγνώρισε την πλάνη του και το ‘βαλε στα πόδια (νάτο: μόλις πέρασε ξυστά την πόρτα της βουβής ματιάς. Αλληθώρισε η ματιά από τα πολλά πειράγματα)

(Στέγνωσε ο λαιμός μας κι ούτε σταγόνα βροχής)

Λένε, πως όσα δεν ζήσαμε θα μας ανακοινωθούν ως έπαινοι για την καλή μας διαγωγή: ρουτίνα, μπαλαρίνα, κουρτίνα (τράβηξε την κουρτίνα της ρουτίνας και κάλεσε την μπαλαρίνα να γευματίσουν μαζί ξετυλίγοντας τη μουσική με το χρυσό περιτύλιγμα υπό τους ήχους ενός θαλασσινού ονείρου: λίγο ακόμη και φτάνουμε στην ακτή των δυσλεκτικών νοημάτων)

Κάποιοι πέσανε στη μαρμίτα με το μαγικό φίλτρο και κάποιοι στη μαύρη τρύπα της μαρμότας

Βουτάς στη λίμνη της σελήνης: πρώτα με το νου για να συνηθίσεις τη θερμοκρασία της απύθμενης συνείδησης, κι ύστερα βυθίζεις αργά και το υπόλοιπο σώμα μέχρι το σημείο των ματιών (τα μάτια τα θέλεις να βλέπουν όσα δεν ακούει το μυαλό)

Άνθρωπος είναι το είδος εκείνο, που καψαλίζει τα φτερά του πριν πετάξει. Είναι το είδος εκείνο που ξεροσταλιάζει σε ουρές ενώ δεν έχει υπομονή να προχωρήσει. Είναι το είδος που προσεύχεται για καλύτερη τύχη, ψηφίζει για καλύτερες μέρες και κλέβει για καλά γεράματα. Είναι το είδος που ξοδεύει μα ποτέ δεν έχει

Συνειδησιακός λόξυγγας: κάποιος μας (κατα)μετράει

6 Μαΐου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect