Οι πρόδρομοι της εποχής παραστράτησαν, παρανόησαν, παρατύπησαν, παραλήφθηκαν και αφέθηκαν στη μοίρα τους
Πρόδρομοι: ιδιότητα που προσδίδεται σε εκείνους που ανοίγουν το δρόμο για την έλευση κάποιου. Ανοίγουν ή κλείνουν; Ή ανοιγοκλείνουν (το δρόμο) σαν παραθυρόφυλλα πότε σε στάση λιμπρέτο και πότε κλειστά σαν στρείδια να μη μπορεί ούτε η ανάσα μιας περαστικής αράχνης να περάσει, ούτε μια αχτίδα φως (όποιο φως προτιμάς: ηλιακό, νυχτερινό, μισοσκόταδο), ούτε ένας κόκκος από το τελείωμα του σήμερα που ξεβράστηκε μαζί με του ανέμου τα συμπράγκαλα
Η ανοσία, η ανοησία και η ανοστία παρευρίσκονται στο διπλανό δωμάτιο. Η συνάντηση με το πεπρωμένο δεν θα διεξαχθεί, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει πεπρωμένο.
Πάλιωσαν τα παπούτσια και τώρα αναγκάζεσαι να περπατάς με τούτα τα χιλιοφαγωμένα από το περπάτημα ξεβαμμένα μαύρα καλούπια (χάλασαν από το περπάτημα ή το τρέξιμο;). Καλούπωσες μέσα σε αυτό το ζευγάρι παπουτσιών όλη σου τη ζωή, ξεχαρβαλώθηκε η διάθεσή σου για μια αποστασία μέσα σε τούτο το ζευγάρι δέρματος που δεν ήταν καν δικό σου ζευγάρι. Άλλοι σου το προσφέρανε –ως δώρο– για τα χιλιομπαλωμένα σου όνειρα (ένα καλό ζευγάρι παπούτσια για όλες τις ώρες, ακόμα και για κείνες που δεν πρόλαβαν να σε επισκεφθούν λόγω της αργοπορημένης σου σβελτάδας. Πάντα σχεδίαζες να απουσιάζεις από το ρόλο σου: ο ρόλος έμεινε ορφανός).
Αποστασία από την ανελέητη φυγοπονία σου
Ας μιλήσουμε για ένα θέμα που κανείς μας δε γνωρίζει ούτε το ίδιο ούτε την καταγωγή του ούτε καν τη δική μας ύπαρξη πάνω και μέσα στο θέμα. Ας μη μιλήσουμε για τίποτα. Το τίποτα πολλές φορές είναι πιο ηχηρό και ευκολότερα κατανοητό από την προχθεσινή μας ομιλία για το τίποτα.
Δυο μάτια, δυο αυτιά κι ένα στόμα από φως είναι αρκετά για μια συζήτηση για όλα (χωρίς το όλα). Το «όλα» μάς περιμένει ένα βήμα πιο κάτω από τη συνάντηση που ορίσαμε. Ας μην έρθει κανείς στη συζήτηση. Ας μείνει ανοιχτό το θέμα και η ώρα παρουσίασης. Μια συζήτηση μένει ανολοκλήρωτη και έρμαιο της αιωνιότητας. Πού ξέρεις; Ίσως και να κλέψαμε κι εμείς μια δόση από αιωνιότητα.
Πέταξε αυτό το ζευγάρι παπουτσιών, πέταξέ το και ας μην έχεις άλλο. Θα σου φέρουν γνωστοί και φίλοι μια άκρη από καλοδουλεμένο άστρο (με το σφυρί της σελήνης) για όμορφες περιπέτειες. Παρακαλώ, το σφυρί να γραφτεί στα πρακτικά. Το αναθεματισμένο σφυρί που κτυπά τα μυαλά των ανθρώπων και τα ξυπνά μες στη νύχτα ή τα κοιμίζει για πάντα.
Η σελήνη δεν κυκλοφορεί με σφυριά. Κυκλοφορούν όμως οι άνθρωποι και κτυπούν τα μυαλά τους την ώρα που δεν περπατάνε, την ώρα που μοιρολογούν κάτω από τη στρογγυλή λάμπα και παραπονιούνται για τα βάσανά τους. Σφυρί στα γόνατα, σφυρί στα μηνίγγια, σφυρίζει η ζωή, σου σφυρίζουν τα λόγια (της ζωής).
Και πώς να πείσεις τον άλλον πως είσαι κι εσύ σαν και αυτόν, όμοιος και διπλά σφυροκοπημένος; (μια φορά για σένα και τα αποκρίματά σου, και μια φορά για κείνον και τα αδικήματά του, μια φορά για σένα, και μια φορά για κείνον που ούτε το όνομά του γνωρίζεις ούτε το θέμα της συζήτησης ούτε καν την ύπαρξή του (του θέματος και του όμοιού σου). Μα έχεις να πεις πολλά. Έχεις να γεφυρώσεις το διαλυμένο μίσος με την ξεψαχνισμένη αγάπη.
Δες τον ήλιο τι όμορφα που οργώνει τη γη με τα δόντια των αχτίνων του: ήλιος με δόντια
Βαριεστημένοι απρόοπτοι κόλακες. Η προοπτική τους φθάνει έως τους άγουρους φράχτες των αδάμαστων –αρρωστημένων, κατά την άποψη των κολάκων πάντα)– αποσιωποιημένων ευτραφών κοσμικών μαινάδων. Φουσκώνουν σαν παγόνια (οι κόλακες) με τη χάρη της φρουρίσιας βεντάλιας (φρ-ουρίσια: η ουρά που προβάλλεται ως φρούριο στο σημείο που καταλήγει η φυσική ατονία και αρχίζει η χρωματική πανδαισία). Όσο για τη φωνή τους: τσιρίγματα και κρωξίματα σε αδιάλειπτους χρόνους. Τρομάζεις τα πλάσματα με τους βορβορυγμούς σου.
Η πείνα σου μας έβαλε σε μπελάδες και απίθανες καταστάσεις με πρωταγωνιστές τέρατα της συμφοράς. Τέρατα στα πέρατα του κόσμου, εδώ δίπλα σου, πλάι στα σεσημασμένα ακίνητα. Μάταια οι αεικίνητοι βοριάδες προσπαθούν να ρίξουν λίγη από την ανάσα τους στα στοιβαγμένα, φοβισμένα τέρατα: τρόμαξαν από την πείνα σου που το ‘βαλε για ταξίδια στα πέρατα του κόσμου τους.
Δες τον ήλιο με τη ζέση γυαλίζει τις κοφτερές λεπίδες του έτοιμες να ακρωτηριάσουν τα προσχηματικά κουτσομπολιά των ανέραστων συκοφαντών. Έτοιμες σαν ωχρές καλαμιές ψαύουν το χέρι που θα τις συλλέξει στο περιβόλι των ολόπλευρων απαιτήσεων. Τρομάζεις τον ήλιο με την υπεροψία σου.
(Τα τέρατα κόβουν βόλτες στις μύτες των ηλιαχτίδων)
Δες, ένας ήλιος σα δέντρο με καρπούς. Άπλωσε το χέρι σου προς το μέρος του κι άστον να στο κάψει. Άσε τον ήλιο να γεμίσει το ρείθρο της αναίσθητης παραμόρφωσής σου με ζεστό / ώριμο καρπό. Άστον να σε πλανέψει και να γεμίσει το γκρίζο των ματιών σου με κάτι από σένα
(Στο ντουλαπάκι του μπάνιου κρύβονται τα μεγαλύτερα μυστικά)
17 Μαΐου 2018

Leave a comment