Κάθε πρωί οι απόκληροι γεμίζανε τον κουβά τους. Μέχρι την ευθυγράμμιση του κόκκινου γεμίσματος του ουρανού ο κουβάς είχε αδειάσει. Κουβάς και ουρανός καταδιώκονταν από το παράδοξο της γέμισης και του αδειάσματος. Οι απόκληροι ατένιζαν την προσπάθεια των κόκκινων ουρανών να κρατηθούν ένα λεπτό ακόμα στην αιωνιότητα της στιγμής: προσφέροντας το επαναληπτικό θέαμα του μεγαλείου του κόσμου (θεατού και αθέατου).
Οι απόκληροι γνώριζαν πως τίποτα δεν ευθυγραμμίζεται και μάλλον πρόκειται για μια οπτική που προκαλείται από τα συναισθήματα των ματιών. Συνήθως οι άνθρωποι κατανοούν υπερφυσικά γεγονότα μα υστερούν στην αντίληψη οφθαλμοφανών περιστατικών: όπως το γέμισμα του ουρανού και το άδειασμα της ψυχής σαν ένα καλάθι που το αδειάζεις από τα περιττά, το τακτοποιείς, κι έρχεσαι να το ξαναγεμίσεις με εμπειρίες.
Όσο και να θέλει κάποιος να περιγράψει την αλήθεια η αλήθεια του κοντράρεται με την αλήθεια του ουρανού. Ο ουρανός δε διακυβεύει την αλήθεια του: στέκει ως αμερόληπτος παρατηρητής (ατόφιος, διάφανος).
Μια πόρτα ανοίγει και κλείνει: εξαρτάται από τη μεριά που βρίσκεσαι. Η ίδια πόρτα με διαφορετικό χρώμα στην εσωτερική και εξωτερική της επιφάνεια. Αναχαιτίζεις προσωρινά τον αέρα: μα ο αέρας εισβάλλει σαν εξαγριωμένο, φυλακισμένο θηρίο που κατάφερε να το σκάσει την ώρα που ο φύλακας άνοιγε αμέριμνος την πόρτα του κλουβιού νομίζοντας πως το θηρίο δεν θα προλάβει να του επιτεθεί. Προκαθορισμένη η ώρα του γεύματος / προκαθορισμένη η ώρα του καθαρίσματος / ακαθόριστη η ώρα της επίθεσης.
Οι απόκληροι γεμίζουν τον κουβά τους με κάβουρες. Τους αφήνουν ελεύθερους-μετά από φυλάκιση λίγων λεπτών– πάνω στη χλιαρή αμμουδιά. Τους παρατηρούν με συμπάθεια. Ο πλάγιος τρόπος με τον οποίο περπατούν αυτά τα πλάσματα, συνδυάζει την πλευρά της διασκέδασης με αυτή του μυστηρίου. Οι δαγκάνες αποτελούν το ισχυρό τους όπλο: σα μαχαίρια με κοφτερά δόντια έτοιμα να τεμαχίσουν τον αέρα και να πετάξουν τα κομμάτια του μες στον κουβά. Μα ο αέρας δεν τεμαχίζεται, δεν πληγώνεται, δε δωρίζεται: ο αέρας διεκδικείται.
15 Ιανουαρίου 2018

Leave a comment