Ξεκούμπωτα βλέμματα παρασυρμένα στο χάδι του κλοιού

Μια ξεχασμένη ανάμνηση έρχεται να προβληθεί στο ακατέργαστο του πόνου

Κάπου εκεί έξω βρίσκεται η πρόσκληση της ζωής: ακούς το άλμα της μέρας στην αγκαλιά της νύχτας

Στις κοίτες του μυαλού ξεκουράζουν τα πόδια τους συνοδοιπόροι της κρεμαστής καρέκλας

Η δύναμη της ζωής συνεργάζεται με την αδυναμία του ανθρώπου

Οι ιστορίες έπαψαν να θυμίζουν ιστορίες

Πεταμένα τα όνειρα σε μια άκρη: σαν κόκκαλα που ροκανίζει ο σκύλος ξεγελώντας την πείνα του

Χτίζουμε υπομονετικά τη φυλακή μας: ένα δωμάτιο τη φορά

Σαν το ληστή κλέβεις την ομορφιά της στιγμής και τη σοφία της συντροφικότητας

Μια φωνή χάνεται στο πέλαγος της αμφισβήτησης

Το πεπρωμένο κολυμπά σε αχαρτογράφητα νερά

Το απροσδόκητο της αφής σε κάνει πιο ανυπόμονο

Σα γρέζι ενοχλεί η φωνή του φυλακισμένου

Το άλογο σαρώνει με την ουρά του τις εποχές κι ονειρεύεται πως τρέχει ξανά ελεύθερο

Κάθε λουλούδι κρύβει στο εσωτερικό του έναν μικρό πλανήτη

Με ένα ζευγάρι παπούτσια και τη χαρά της περιήγησης κατάφερες να ξεφύγεις από τα αδιάκριτα βλέμματα και τη μονοτονία που γεννά φόβους εκεί που δεν υπάρχουν

Λίγοι είναι εκείνοι που θα σε παροτρύνουν να περπατήσεις στο δικό σου ρυθμό

Στο υγρό σκοτάδι της γης κοιμούνται οι σπόροι του αύριο

Όλοι μας προσφέρουμε κι από κάτι: όλοι μας αναγνωρίζουμε αυτό το κάτι λίγο πριν αποχωρήσουμε

Ο άνεμος λικνίζει τα κλαδιά του δέντρου και ανακατεύει τα μυστικά του κόσμου

Γνωρίζουμε πολλά πρόσωπα (μα τόσο λίγα για τα ίδια τα πρόσωπα)

Η θάλασσα ανυπομονεί να τη γνωρίσεις

Αναρωτιέσαι αν σου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να φτάσεις πιο πέρα από το θάνατο

Απροπόνητοι κοντοστέκουμε λαχανιάζοντας με κάθε δύσκολη απόφαση

Το τελευταίο χρώμα που βλέπεις είναι το χρώμα των ματιών σου

Να κοιτάς συχνά την καταιγίδα μέσα σου (πριν προλάβει να σε καταπιεί)

Σαν αγκάθι τσιμπάνε  οι σταγόνες της βροχής

Βρήκαν το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας με ορθάνοιχτα τα μάτια να κοιτάζουν τον ουρανό. Το πρόσωπό της θύμιζε άνοιξη σε προχωρημένη ηλικία. Κάποιοι είπαν πως προκάλεσε την τύχη της αψηφώντας το κρύο στην ψυχή της. Δυο μέρες πριν κοπεί το νήμα της την είδαν να κυκλοφορεί στα στενά κοντά στο σπίτι της και να παραμιλά. Οι λέξεις βγαίναν από τα χείλη της με κόπο και η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στο βάθος των ματιών της. Πάλευε να καταλάβει τι της συνέβαινε: ήταν μια απελπισία της στιγμής ή μήπως είχε αρχίσει τα χάνει τα λογικά της; Κάποιοι την παρακολουθούσαν από το μπαλκόνι του σπιτιού τους χωρίς να αντιληφθούν κάτι ανησυχητικό στους τρόπους της: τόσοι και τόσοι βγαίνουν για έναν περίπατο μόνοι ή με παρέα. Μάλιστα λένε πως την είδαν να κρατά κι έναν σκύλο (μάλλον μικρόσωμο, ίσως και μεγαλόσωμο, ή μπορεί να μην ήταν δικός της και απλά να την ακολουθούσε: όπως συνηθίζουν οι σκύλοι). Μια άλλη εκδοχή είναι πως η γυναίκα συνοδεύονταν από κάποιο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας (συγκριτικά με τη δική της). Αδιευκρίνιστο παραμένει αν το άτομο που τη συνόδευε ήταν γυναίκα ή άντρας. Πιθανόν να μην ήταν ούτε γυναίκα ούτε άντρας ή κάποιο ζώο συντροφιάς. Ίσως να βάδιζε μόνη της και να έδινε την εντύπωση πως υπήρχε και κάποιος άλλος μαζί της. Κάποια στιγμή ακούστηκε κάτι σα βοή. Και τότε, η γυναίκα σωριάστηκε μεμιάς στο δρόμο. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος.

Τριγυρνάς εκεί που δεν σου ανήκει τίποτα

Ξαγρυπνάς μαζί με τη φαντασία σου

Φτιάχνεις ιστορίες παίρνοντας χρώμα και ζωή από τις ζωές των άλλων

Μαστορεύεις τη νοσταλγία

Βάφεις πόρτες, ανοίγεις παράθυρα, ξεθάβεις μνήμες, αλωνίζεις πεζοδρόμια

Δειγματίζεις ημερομηνίες του τίποτα

Επικράτεια του αδιαχώρητου

Καγχάζουν οι όμηροι της συνήθειας

Με μια πρόχειρη ματιά υπολογίζεις το κενό

Μισθωμένη μέρα: σαν νάρκη κρυμμένη κάτω από τα πόδια σου

4 Μαρτίου 2020

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect