Ξεκαθαρίζει το μυαλό: μια με το στυλό, μια με το μολύβι, μια με την απόφαση πως δεν ήξερες (αλλά περίμενες πως θα ‘ρθει η ώρα όταν το αποφάσιζες)

Ο αυτοχαρακτηρισμός του «κάπως»

(κάπως έτσι λοιπόν αλλάζουν όλα –το όλα δεν είναι υπερβολή από τη στιγμή που αναφέρεσαι «σε όλα» τη δεδομένη στιγμή)

Μην ψάχνεις σε δρόμους που σου στρώσανε άλλοι (οι πιθανότητες να σε συμπαρασύρουν στα κακοφτιαγμένα τους –άπνοα–σχέδια όλο και αυξάνονται)

Ξενυχτάμε για να μη θυμόμαστε, ή για να επιτείνουμε τον πόνο που μας προκαλεί η αυξημένη κίνηση των σκέψεων;

Χαμογελούσες με όσα άκουγες (άλλοτε από ευχαρίστηση, κι άλλοτε από αδιαφορία –με κείνο το χαμόγελο που σπάει τα πιο κοντινά τους πρέπει)

Ποιόν κόσμο διάλεξες να καταστρέψεις; (εκείνον που βιώσαμε μαζί, ή τον κόσμο που έρχεται;)

Κόσμοι πάνε κι έρχονται κι εμείς γυρίζουμε δίχως σκοπό και θέλω

Ωραία που είναι να κάθεσαι και να αναπολείς, παρέα με ένα ποτήρι που έχεις γεμίσει με ήλιο, άμμο, και ασυγκράτητες καταβολές

Ανοίγουν τα καταστήματα, ανοίγουν οι δουλειές, ανοίγουμε τα σπίτια μας, ανοίγει η ψυχή μας, ανοίγει ο καιρός, και ακόμα να ανοίξει το μυαλό μας (ανοιγοκλείνουμε τις ζωές μας σαν συρτάρια: πότε γεμίζοντας και πότε αδειάζοντας)

(Γλιστράς στο απίθανο πιθανολογώντας το πιθανό)

Οι άνθρωποι κουράζονται όταν ακούνε, και ασθμαίνουν όταν μιλάνε

Την ώρα που κοιμόμαστε συντελούνται οι πιο άτολμες πράξεις μας (προετοιμάζονται για το λυρικό πέλαγος)

Ένα «παρά» κάνει τη διαφορά: -μύθι, θυρο. Θηριώδης μύθος. Ένα «παρά» κάνει τη διαφορά: -μόρφωση, -αλλαγή, – ανάλωμα

Έλα, να παίξουμε με τις λέξεις, ενοχοποιώντας τις ώρες μας για την υπερκατανάλωση πολυμορφικών ουσιών: συν-μύθι: συμπάθεια / συν-μύθι: σύνθετο (παρασύνθημα) / αλλαγή-μόρφωση: αλογόμορφος / αλλα-γή, φως, άλας / (Μ)Ορφέας, όμορφος, ημιόροφος

Από το αστέρι προέκυψε η πείνα (star-vation)

[από την πείνα ξεκινούν όλες οι γλώσσες της ανθρωπότητας]

(Συμ)μόρφωση, (συν)αλλαγή: ένα «συν» κάνει τη διαφορά

Καλοκαίρι θέλουμε (κι έναν ήλιο στο ποτήρι μας)

Ξελαρυγγιάζεται –κι απόψε– ο σκύλος στην απέναντι ταράτσα. Μόνος, σε μια ταράτσα, μόνος μαζί με όλους. Ξεχασμένος, σχεδόν ανύπαρκτος,  παρόλες τις φωνές και τα παρακαλετά του: άλλο ένα θύμα στις υπηρεσίες της αθλιότητας. Έτσι μου ‘ρχεται να αρχίσω να γαβγίζω κι εγώ, να αρχίσω να γαβγίζω μέχρι να ακουστούν τα εσώψυχά μου στις οροσειρές των πόλεων, μέχρι να σκάσουν τα οργισμένα πνευμόνια μου και να παρασύρουν μαζί τους όλο το φόβο, τα παρακαλετά, την ασθενική αμφισβήτηση, την μαγαρισμένη αθωότητα: ούρλιαξε μαζί μου, έλα, μη σταματάς

Σπίτι από χαρτόνι, ή κάτι τέτοιο. Στους ξηλωμένους τοίχους, το μπλε (σαν κηλίδες από στεγνή θάλασσα) ίσα που φαίνεται. Παράθυρα δεν υπάρχουν (ή δεν τα βλέπω). Μόνο πόρτες (προσπελάσιμες μου μοιάζουν). Τώρα που ξαναφέρνω στη μνήμη μου τις κηλίδες από μπλε, θα μπορούσαν να είναι πατημασιές από μεγάλα πουλιά, που βαρέθηκαν να περπατούν στην αμμουδιά κι αποφάσισαν να δουν τον κόσμο με άλλη οπτική: έτσι, άρχισαν να περπατούν πάνω στους τοίχους, αφήνοντας κηλίδες από τα βρεγμένα τους πόδια. Θα πρέπει να είναι βαρετό για ένα πουλί να μην πετάει (ίσως και όχι, εάν δεν γνωρίζει, πως/πώς μπορεί να πετάξει)

Μαθαίνοντας να πετάς έχεις δυο τρόπους να ταξιδεύεις (οδικώς και αεροπορικώς)

Ησύχασε ο σκύλος εδώ και ώρα (ώσπου να ξαναρχίσει). Σε τούτη την πόλη πρέπει να φωνάζεις για να ακουστείς. Σε τούτη την πόλη πρέπει να θέλεις να ακουστείς. Πλανητικός οίστρος. Άλλο ένα βράδυ σε μαγεύει με την ευγενική του διακριτικότητα υπενθυμίζοντάς σου πόση ανάγκη σε έχουν εκείνοι που δεν υπολογίζουν τίποτα στην «τιποτένια» τους ζωή. Μακριά από κείνους που σου δείχνουν την ελευθερία τους μέσα από τα δόντια τους

Τη διαφορά την κάνεις εσύ και τα αποτραβηγμένα σου μη

Η ευθύνη είναι υπόθεση συλλογική (όπως και η ανευθυνότητα)

Κι εσύ, περιμένεις να μοιράσεις όσα (δεν) υπολογίζονται

Σφίξε το στομάχι σου σε γροθιά και ξεκίνα να χτυπάς την αδικία στα μούτρα, μια-δυο… πού θα πάει; Θα σπάσει… (όχι η αδικία, η γροθιά και το στομάχι σου, το στομάχι σου που είναι σαν μια γροθιά). Μάταια προσπαθείς να προστατευτείς από το άδικο. Μάθε να το αντιλαμβάνεσαι, τουλάχιστον

Όλοι ζητάνε και από κάτι (όλοι συζητάνε και από κάτι)

Συζητήσεις ολισθηρές κι ένα κομμάτι ουρανός

Απο-γειώσεις ανάλαφρες: σαν την ψυχή την ώρα που κοιμάται

Πτώσεις ονειρικές κι ένα κομμάτι βαμβάκι βουτηγμένο σε ιώδιο (για τις αόρατες πληγές)

Μετακόμιση: η τραγική ειρωνεία πως κάτι πρόκειται να αλλάξει

(αφού δεν αλλάζει ο τρόπος ζωής μας, ας αλλάξουμε την περιοχή των καθημερινών μας εξορμήσεων)

Με αφορμή την αναίτιο επέτειο των ξοδεμένων χρόνων μας, είπαμε να συγκεντρωθούμε δυο-τρεις άγνωστοι και να το γιορτάσουμε με ξέφρενους ρυθμούς της άγριας φύσης

[Τα φροϋδικά στραβοπατήματα σε δίδαξαν πώς να αποφεύγεις στομφώδεις φρικαλεότητες και πώς να γεύεσαι αλλοπρόσαλλα γεύματα αλλότριων αρνητικών φωτογραφιών]

Άνοιξε τα μάτια σου (να δω ποιος πραγματικά είσαι)

Με αφορμή την επέτειο της απύθμενης ανοησίας, αποφασίσαμε να διαμαρτυρηθούμε με αντιηρωική πορεία (μεσήλικοι δρομείς θα κόβουν βόλτες πάνω σε φτερωτούς σκαντζόχοιρους, και θα βγαίνουν αλώβητοι –με σερνάμενα πόδια–  μέσα από πύρινους ανεμοστρόβιλους, κρατώντας στεγνά τα κεφάλια τους κάτω από μια σβούρα που θα κρατούν για ομπρέλα)

Τι κοινό έχει το φρύδι με το φίδι; δημιουργούν τόξο και τα δύο (ουράνιο τόξο, όπλο τόξο: και τα δύο μας πληγώνουν ανάλογα με την φόρτιση της στιγμής, και την αλλαγή της εφαρμογής τους)

[Οι γαζέλες της ελευθερίας αποκοτιαίνουν όταν εξαναγκάζονται να παρευρεθούν σε σαθρ(ό)ες συνδιαλέξεις. Ανταλλάσσουν τη δύναμη της γνώσης με την παντοδυναμία της ασοφίας, αποδυναμώνοντας την εγκυρότητα της στιγμής, και τη χορήγηση της αιωνιότητας των μηδαμινών υπερβολών]

Προτιμώ τους ερασιτέχνες από τους επαγγελματίες

(Δορυφορική κεραία και σήμα πουθενά)

3 Ιουνίου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect