Ύαινες τροφοδοτούν την απουσία του ανίσχυρου χρόνου

Πληγωμένο το σθένος αποσύρεται στη λήθη

Καρικατούρες μεταφέρουν (στους όχλους) το αλάνθαστο του συμβιβασμένου χρόνου

Πορσελάνινα χείλη γλείφουν την ομίχλη μιας αόρατης πόρτας

Έξω από το παράθυρο χορεύουν κοτσύφια

Καλοφόρετο το νέο κοστούμι

Αιωνόβια δέντρα τυλίγουν με κατάπλασμα από χαμομήλι και παπαρούνα τους τραυματισμένους τους αστραγάλους

Στη γδαρμένη επιφάνεια των πεζοδρομίων αποκοιμιούνται τα λιγοστά μας όνειρα

Οι φουσκωμένες σαν αρμοί φλέβες μας συμπληρώνουν το κατεστραμμένο δίκτυο της διαφυγής

Ο χρόνος υποθάλπει ένα ακόμη ανυποψίαστο θύμα του (το θύμα εθεάθη σε αόριστο χρόνο να κοιμάται κάτω από μια τριανταφυλλιά τόσο ήρεμο που σχεδόν άκουγε τον ήχο των μπουμπουκιών την ώρα που ανοίγανε στο πρώτο φως και τον ήχο από χιλιάδες μυρμήγκια που ακολουθούσαν τη δομή του χρόνου και την ευημερία της σιωπής)

Ένας ωκεανός από μαυρισμένα κτήρια

Μια θάλασσα από ατσάλι και βροχή

(Σου) κόβεται η ανάσα: σαν να σταματά(ς) για λίγο να υπάρχει(ς)

Ο ουρανίσκ(ι)ος ενός ξέφρενου απογεύματος (σου) αφήνει μια γεύση ιδιαίτερη: μεστή και σχεδόν ανύπαρκτη

Οι σκέψεις παλεύουν να απαγκιστρωθούν από τα δεσμά της σύγχρονης ζωής

Κοιτάς τους (ελάχιστους) περαστικούς να βηματίζουν αργά σε γρήγορους ρυθμούς (σχεδόν αγγίζεις τη μοναξιά που κουβαλούν στην πλάτη, στα ρούχα, στην αναπνοή, στην ψυχή τους, ακόμα και στο μυελό των οστών τους)

Κάποιος (εθελοντής) να εξηγήσει στους περαστικούς πως υπάρχει και δυστυχία σε αυτόν τον κόσμο

Το φεγγάρι θα μπορούσε να είναι η κοιλιά ενός τυμπάνου

Και τώρα, πώς περνάει η νύχτα;

Σκοτάδι: καρπός

αστεριών (γεμίζει τις

νύχτες με φωτιές)

3 Απριλίου 2020

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect