Απόψε θα καταγγείλουν τους βάρβαρους υπό τους ήχους της μοιρολατρικής βροχής

Απόψε θα απαγγείλουν στίχους στη μνήμη του κόσμου με τα χίλια στόματα και τη μία καρδιά. Θα εξαγγείλουν τα ονόματα των αθώων και ανίδεων που προτίμησαν τη σεμνή αφάνεια από τη μεθυστική προβολή

[ούτε οι ίδιοι δε (θα) θυμούνται το όνομά τους, μα (θα) θυμούνται το χρώμα της βροχής πάνω στις ξεβαμμένες πέτρες και τα ξερά χορτάρια]

Ο διφυής χαρακτήρας με τα ατσαλένια φτερά και την κομμένη ουρά (ή την ατσαλένια ουρά και τα κομμένα φτερά) επιμελήθηκε τη μετάφραση των πρώτων εννοιών υπό την εποπτεία άραχλων βοηθών

[(η μία φύση –η κοινή– κοντράρεται με την άλλη φύση (τη μηχανική)]

Πιο κει, η ξηρασία ξεπλένει τους ανθρώπους προκαλώντας τους δυσφορία και απόγνωση

Ο άνθρωπος όσο επιβάλλεται καθησυχάζει του φόβους της άγνοιάς του και φέρεται ως κατακτητής (μα έχει ήδη κατακτηθεί από τη «λογική» της μοιρασιάς)

Η μυρωδιά της αποσύνθεσης δεν καλύπτεται (παρόλες τις προσπάθειες που κάνει κάποιος να την αρωματίσει ή να την καμουφλάρει). Πλανάται στον αέρα σαν ιός. Ο ιός της αποσύνθεσης μεταδίδεται όταν έρχεται σε επαφή με όσους εμπορεύονται τον κίνδυνο (με σκοπό τη δημιουργία ευχάριστου κλίματος σε μια δυστυχή κοινωνία)

(Λοι)δώρισαν το σύνολο με τις λιποβαρείς αποσκευές. Περνούσε σχεδόν απαρατήρητο (το σύνολο) και έπλεκε το μέλλον με τα νήματα που είχαν απομείνει από τις λιγοστές λέξεις και την προσδοκία στην απορημένη τους ματιά προς όλα εκείνα που δε συζητιούνται αλλά ματώνουν τον ουρανό μόλις η νύχτα σκεπάσει τους ήχους της «απόλυτης» ησυχίας

Την ώρα που δειπνούν μαζί ο ουρανός και η γη, κανείς δε τη γνωρίζει. Τα αποφάγια τους γίνονται τροφή για καθετί που αναπνέει και περιμένει τη δικαίωση

Την αφοσίωση της φύσης τη συναντάς στο λειρί του κόκορα που στέκει σαν καπέλο γερμένο στο πλάι, στη ζύμωμα της γάτας στον αέρα, στη ματιά του δελφινιού, στα παιχνίδια του ελέφαντα με το νερό, στα δέντρα που δροσίζουν τον ύπνο σου, στα λουλούδια που χρωματίζουν τη ζωή, στο γρύλισμα του σκύλου που σε προειδοποιεί για όσα δε βλέπεις, στα βουνά που στέκουν σαν κατάρτια στη μέση του πουθενά και σε παροτρύνουν να μείνεις –για λίγο– στη θέση σου και να θαυμάσεις τη ραχοκοκαλιά της γης ή να τα διασχίσεις και να ψάξεις το δρόμο σου στην άλλη μεριά, στη μουσική των σπόρων όταν αγκαλιάζονται με το χώμα, στα προειδοποιητικά κύματα που απλώνονται σαν χαλιά και μαζεύονται σα στρατιές από αφρισμένα μυρμήγκια, στη γλυκύτητα των φρούτων, στο παιδί που δεν έχει προφέρει ακόμα την πρώτη του λέξη και σου περιγράφει το θαύμα της ζωής και την εφήμερη στάση μας στον κόσμο

(Η υπόληψη του χαμένου παιχνιδιού αποκαθίσταται με δική μας πρωτοβουλία)

Σβήνουν τα αποτυπώματα στα χέρια τους με το νερό της φωτιάς και υπόσχονται  να μη μείνουν άστεγοι αυτοί και τα όνειρά τους

(παραπλανητική η πιθανολογία στον κόσμο των κατεστραμμένων βιογραφιών)

Φοράνε για πανωφόρι τον εαυτό τους και καταστρώνουν σχέδια επιβίωσης στη ζωή των απομιμήσεων

Τα ψάρια πετάνε έξω από το νερό για να ακούσουν τα μυστικά του κόσμου και να τα ξεχάσουν μετά από λίγο. Άλλοι λένε, πως με το πέταγμά τους εκδηλώνουν τη χαρά τους να ζούνε στο νερό και να κατοικούν στον ουρανό

(η συγκατοίκηση απαιτεί φαντασία)

Στο βιβλίο της ζωής γράφονται όσα δεν (μας) αποκαλύπτονται (από τους καταχραστές της) και όσα μάθαμε περιμένοντας τη διαφορετική μέρα

27 Νοεμβρίου 2018

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect