Εξηγείς, εξηγείσαι, παρεξηγείσαι

Πλάθεις, διαπλάθεις, αναπλάθεις

Λέξεις λασπωμένες, λέξεις σκληρές σαν ηφαιστειακές πέτρες

Αναρωτιέσαι: πότε πρόλαβαν να στριμωχτούν τόσες λέξεις χωρίς σκοπό, τόσες άνοστες φλυαρίες χωρίς μία ασήμαντη πράξη

Ποιο δρόμο ακολούθησαν οι άστοχες λέξεις που καταφθάνουν σα βέλη να τρυπήσουν την καρδιά, να καταλάβουν το νου, να σε αποσπάσουν από οτιδήποτε οδυνηρό, μακάβριο ή προσωρινά ακατόρθωτο;

Ποτέ μια λέξη δεν  θα έχει την κατάληξη που επιθυμούμε αν προηγουμένως δεν έχει κατορθώσει το ακατόρθωτο: να πλαγιάσει μες στη σιγαλιά της ασήμαντης πράξης

Να καρφιτσώσω τις πλανεύτρες λέξεις στον πίνακα ανακοινώσεων

Δυο πόδια σαν ατσάλινα βάζα, δυο χέρια –προταγμένα προς άγνωστη κατεύθυνση– στέκουν σα ρεζέρβες για ώρα (μη προστακτικής) ανάγκης

Δυο μάτια χάσκουν σαν ανοιχτά κονσερβοκούτια που μόλις πριν τους βούτηξαν το περιεχόμενο και τώρα θα παραμείνουν νηστικά τα αδέσποτα [νηστικά κι αυτό το βράδυ, βράδυ ή κάτι που μοιάζει με θολωμένο τζάμι και δεν μπορείς να διακρίνεις αν ο ήλιος κλέφτηκε με τη σελήνη και θα συνηθίσουμε να ζούμε σε σκοτεινιασμένη ζώνη, ή αν απλώς έφυγε για διακοπές ολιγοήμερων ξένοιαστων συλλαβών του τύπου: μό-νος (μό-νος ο ήλιος, μό-νη η πλάση]

Να απλώσω τα αδέσποτα όνειρα στο σκοινί –στην έξω αυλή– και να τα ασφαλίσω με ουράνια μανταλάκια (πώς θα στεγνώσουν χωρίς τον μό-νο ήλιο;)

Να διπλώσω τις ακούραστες συντεταγμένες των άνουρων αδέσποτων επιθυμιών [και ποιο μπαούλο θα τις φιλοξενήσει –έστω προσωρινά– μέχρι να αποφασίσω ποιες από τις επιθυμίες μου θα κρατήσω για πάντα φυλακισμένες και σε ποιες θα αφήσω (από δήθεν απροσεξία) ανοικτό το καπάκι;  Μα κλείνει ποτέ το καπάκι; (αδύνατο εκ μέρους μου)]

Πώς εξηγείται η απόλαυση του καυτού ήλιου κάτω από τη σκιά ενός δέντρου;

Βουτάς στη θάλασσα (σε τούτο τον πανοραμικό δροσερό ορίζοντα) και ενώ αγανακτείς με την πολυκοσμία (ιδιαιτέρως με εκείνους που δε σέβονται τη μεγαλειώδη απεραντοσύνη της σκηνικής παρουσίας της θάλασσας) πιάνεσαι στα υδάτινα δίχτυα και ξεχνάς-ξεχνιέσαι. Ξεχνάς το λόγο που σε ανάγκασε να αποπροσανατολιστείς από την υπεροχή  του διάφανου χρωματιστού όγκου.

Υπεροχή, υπέροχη. Υπερέχουμε όταν μειονεκτούμε σε ουσιώδη ζητήματα φθοροποιούς προσφοράς

Δώρα τελευταίας στιγμής: τα όσα δε θα πούμε. Αρνούνται τα δόντια να καρφώσουν την περαστική μας ομορφιά με άηχους τίτλους πριονισμένων στομφωδών επαναλήψεων

Συνειδητοποιημένοι, αιώνια καταδικασμένοι στα κάτεργα των σχολαστικών φραγμών καλούνται και καλούν στην εκμάθηση της φρικτής αλήθειας. Προσοχή στις απομιμήσεις και τις απομυζήσεις.

Πίσω από το παραβάν οι σκιές φωνάζουν

Μα δεν υπάρχουν μάσκες. Δεν  υπήρξαν μάσκες. Υπήρξε η κινητικότητα και η πλάνη των λέξεων. Κάθε φορά που εκστομίζονταν μια λέξη αρκούσε να κοιτάξεις το πόσο υπέφερε η ματιά αυτού που την εκστόμιζε.

Γιατί άραγε ο φερόμενος ως γίγαντας προτιμούσε να πίνει –στα κλεφτά– το νερό του κάτω από το φεγγάρι της παράνομης ουτοπίας παρά να κάνει μια έτσι με την παλάμη του και να κατεβάσει το φεγγάρι μπρος στα πόδια των ανθρώπων; (μήπως επειδή φοβόταν την κατάληξη μιας τέτοιας πράξης;). Ίσως οι φερόμενοι ως άνθρωποι καταφέρονταν εναντίον του γίγαντα και των αγαθών προθέσεών του από άγνοια και φόβο συν της ενδότερης άρνησής τους απέναντι σε κάθε ουτοπική κίνηση που θα διατάρασσε την (α)φυσικη γνωστή ροή των εξαρτημάτων μιας ανθρώπινης καλοκουρδισμένης αιώνιας μηχανής.

Σωλήνες διάσπαρτοι στο διάστημα: τούνελ με δύο όψεις. Από τη μία είσοδο διακρίνεται η η επιβολή της συμμόρφωσης και από την άλλη η αδυσώπητη καινοτομία

Στα πόδια του φερόμενου ως γίγαντα κοιμούνται οι σκέψεις (του) παρέα με την αμοιβαία εμπιστοσύνη των σκέψεων απέναντι στο δημιουργό τους

Λέξεις γινωμένες, έτοιμες να σφυρίξουν το σκοπό των μισοτελειωμένων τραγουδιών

Παρεξηγήσεις, εξηγήσεις, αφορμές, αίτια [η (α)συνέπεια των λεκτικών πράξεων]

18 Ιουνίου 2018

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect