Τα παιδιά ζωγράφισαν από έναν άνθρωπο-μπαλόνι. Κάποια από αυτά ενίσχυσαν την αντοχή του ανθρώπινου μπαλονιού με μία επιθυμία τους κρυφή και με μία πραγματική: η κρυφή ήταν ένα όνειρο χωρίς επιπλοκές, και η πραγματική μία πράξη χωρίς επιστροφή

[Μία φορά το χρόνο (από τα χρόνια που προηγήθηκαν και από όσα θα περπατήσουν) οι άνθρωποι-μπαλόνια επέστρεφαν στη γενέτειρά τους και πυροδοτούσαν τις αναμνήσεις των παιδικών ανατολών: μα ένας από αυτούς έχασε το δρόμο της επιστροφής, και αφέθηκε στη δίνη των άληκτων δρομολογίων]

Το χαμόγελο της σελήνης δημιουργήθηκε από τη μελαγχολική σιωπή της γης (κάθε φορά που η γη προετοίμαζε το κρεββάτι της λησμονιάς). Όταν το χαμόγελο καλύπτει το πρόσωπο της σελήνης, τότε, φωτίζεται και η παραμικρή οπή και τα δόντια της γης κροταλίζουν από ευχαρίστηση

Οι φωνές σηκώνονται σαν στοές από κύματα έτοιμα να πνίξουν και να ξεβράσουν οτιδήποτε στερείται φαντασίας

(Μείνανε με άδεια χέρια)

Παρατηρώ τις μικρές κουκίδες στον ουρανό

[Παρατηρώ τους σχηματισμούς των κουκίδων που σαν μαθητές προλογίζουν τη σοφία της απόφασης στους θεατές τα γης: πότε θα σηκωθούν από τα καρεκλάκια (και τις ζεστές καρέκλες) οι θεατές της ανακατωσούρας; άκουσα –τους θεατές– που μιλούσαν για ευκαιρίες στους κόλπους της αφύλαχτης σκοπιάς]

Πόσες φορές ήθελες άλλα από αυτά που είχες, και τι έκανες για αυτό; (τίποτα… ποιος τα έχει όλα; αναρωτήθηκες. Ποιος μίλησε για όλα;). Πώς μπορεί κάποιος να μην παρεκκλίνει από το αυστηρό πρόγραμμα που του επιβάλλουν ή να μην εμπιστεύεται την κρίση του; Πώς καταφέρνει να μην αφήνεται στη στιγμή;

Το χρώμα του ουρανού αναστατώνει τους ανθρώπους, όπως και η διαφάνεια του νερού: λες και μαζί τους (με την διαύγεια του νερού και την απεραντοσύνη του ουρανού) κυλούν τα βάσανα που δε γνωρίσαμε (αλλά τα περιμένουμε). Ουρανός και νερό: οι δύο εύσπλαχνοι (απο)ρυθμιστές των πάντων (μια κίνηση και όλα αλλάζουν)

Η ήρεμη δύναμη προϋποθέτει τουλάχιστον μία αδυναμία

Περπάτημα μέχρι να μην αντέχουν άλλο τα πόδια μας, μέχρι να βγάλουν φτερά και να ξεχάσουν πως είναι γεννημένα για να μένουν κολλημένα στη γη. Η εξάντληση που αφήνει πίσω της τη βραδυπορία των καλλωπιστικών φυτών έρχεται να απογειώσει οτιδήποτε απομακρύνεται από το κέντρο των εφήμερων παραδόξων

(είδες πόσο εύκολο είναι να πετάς;)

Εδώ και μέρες, οι αράχνες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, στα βουνά, στις ταράτσες των σπιτιών, στους αμμόλοφους, στους σωρούς των σκουπιδιών, στις μύτες των παπουτσιών, στους κισσούς που αγκαλιάζουν τα πέτρινα χαμόσπιτα με τα άδεια παράθυρα (που χάσκουν σαν ξέπνοα στόματα και προσπαθούν να μεταφέρουν κάτι από εκείνα που απαγορεύονται να ειπωθούν και μόνο όσοι χαμηλώσουν προς το μέρος τους θα καταφέρουν να ακούσουν τα τριγμένα λόγια με τη σπασμωδική χροιά), στις γλάστρες που κρέμονται από τα ταβάνια των αυλών, στα γεμάτα από μπάζα καρότσια, στα κούλουμα πιατάκια των σκυλιών, στις ονειροπαγίδες που σείονται όλο χάρη και μυστήριο στο απαλό ξεφύσημα της γάτας που κοιμάται, σκαρφαλώνουν στα μισοσπασμένα τζάμια (που κάποτε γράφανε ονόματα ή σχεδιάζανε μυστικά σύμβολα πάνω στην κρύα –μα όλο κατανόηση– επιφάνεια), στις ταπετσαρίες της σάλας που αναπαριστούσαν τριαντάφυλλα, γαρδένιες και άνθη λεμονιάς (με λίγη προσήλωση –ακόμα– διακρίνεις την έντονη μυρωδιά των μπουμπουκιών, σχεδόν την ξεχωρίζεις από τη μυρωδιά της ανάγλυφης μουχλιασμένης πανίδας. Απορείτε –ίσως– πώς συμβαίνει να ευωδιάζει μια ταπετσαρία (ή πιο σωστά τα άνθη που τη διακοσμούν); Όλα μπορούν να συμβούν όταν έχεις μπροστά σου αυτό που φαντάζεσαι –άρα και αληθινό– από αυτό που σου προβάλλουν –επομένως και δύσπιστο). Ας συνεχίσουμε την ιστορία μας: σύμφωνα με νυχτερινές πηγές, οι αράχνες εθεάθησαν στις ράχες νυχτερίδων ως μέσο για την επίσπευση του στόχου τους: ψάχνουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε σημείο μοιάζει να βρίσκεται κοντά στον ουρανό.  Λέγεται πως οι αράχνες πλέκουν σενάρια αιχμαλώτισης ενός αστερισμού (υφαίνοντας στο πέρασμα της αναζήτησής τους διάφανες κορδιλιέρες). Τον –νυχτερινό– πληροφοριοδότη κανείς δεν μπόρεσε να τον ονοματίσει: παραμένει άγνωστος στους ανθρώπους

Μεταφερόμαστε στο ξημέρωμα: σε μεγάλα καζάνια, οι ταραντούλες ανακατεύουν ένα πηχτό κίτρινο μίγμα. Η γη έχει βυθιστεί στο σκοτάδι (και η αιτία βρίσκεται στα καζάνια με το κίτρινο μίγμα). Και να πως συνέβη οι αράχνες να στέκουν πάνω από τα καζάνια με το κίτρινο μίγμα: ένα πρωί (δε θυμάται πια κανείς πιο, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο χρόνος που απολαμβάνουμε να αγνοούμε την ύπαρξή του οι άνθρωποι και να αντιλαμβάνονται τα υπόλοιπα πλάσματα) ο ήλιος αφέθηκε στις περιποιήσεις του σοφού ύπνου και της γλυκιάς αδράνειας, με αποτέλεσμα να τον τραβήξουν οι αράχνες από τα κίτρινα πλοκάμια του και να τον κατεβάσουν στη γη. Σκοπός όλης αυτής της απίθανης ιστορίας ήταν να ζεσταίνουν τις παγωμένες γωνιές των σπιτιών με τη γενναιόδωρη ζεστασιά του ήλιου μήπως και σταματήσουν οι άνθρωποι να εξολοθρεύουν σωρηδόν τις ίδιες (και να ξεσπούν τα απωθημένα τους όνειρα πάνω σε κάθε τι αλλόμορφο). Άρχισαν λοιπόν να ανακατεύουν τα κομμάτια του ήλιου (όσα προλάβανε να του αποσπάσουν από το κορμί του πριν ξυπνήσει από τον απροσδόκητο ύπνο) και να τους δίνουν μορφή όπως δίνουμε σε έναν πηλό: μόλις σας αφηγήθηκα την ιστορία του ηλίανθου. Οι ηλίανθοι κοιτούν προς το μέρος του ήλιου ψάχνοντας τρόπο να ξαναγίνουν ένα με αυτόν: μα και εδώ στη γη που έτυχε να βρεθούν (από μια απίθανη ιστορία συνωμοσίας) δεν κακοπερνούν

Η συμφωνία μεταξύ αραχνών και ήλιου σφραγίστηκε πριν γεννηθούμε εμείς: με τη φύτευση κάθε ηλίανθου οι άνθρωποι θα μαθαίνουν την αναγκαιότητα του φωτός και την αρμονική συνύπαρξή του με το σκοτάδι

[Το φως έχει την ιδιότητα να δείχνει όσα θέλουμε να κρύψουμε και το σκοτάδι να συνομιλεί με όσα θέλουμε να αποκρύψουμε]

6 Ιανουαρίου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect