Έλιωναν οι στιγμές σαν το κερί

(έλιωναν και μαζεύονταν τα καύκαλα γύρω από το κέρινο κορμί σαν να μην ήθελαν να το αποχωριστούν)

Θυμάσαι, πόσο μας άρεσε να ξύνουμε με τα νύχια μας τις σιλουέτες του λιωμένου κεριού; (συνήθεια εθιστική). Μαζί με τα υπολείμματα ξύναμε και τη μανία που μας καταδίωκε (ακόμα δεν κατάφερα να βγάλω συμπέρασμα αν η μανία καταδίωξης ήταν αναφαίρετο προσόν δικό μας ή μας την σπείρανε την ώρα που κοιμόμασταν κι ονειρευόμασταν φωναχτά: θέλω να πετάξω, τώρα πετάω!)

[Να κι η ανώμαλη προσγείωση στα μαλακά]

(Παρακαλώ να ενημερωθεί ο κηδεμόνας σας: αποτελείτε απειλή για την ομαλότητα και την ξένοιαστη πορεία των υπολοίπων)

Τα «υπόλοιπα» γεμίσαν με ξύσματα μολυβιών (υπολείπομαι υπομονής)

Ποια είναι η θέση μας απέναντι στον στιγμιαίο τροφαντό χρόνο;

Σε λίγο (από τώρα;) εκδικάζεται η ιστορική ετεροχρονισμένη φυλακή μας

Θα πετάξεις ποτέ από πάνω σου το μάταιο ρούχο της κατοχής;

(Κατέχεις για να κατέχεις, κατέχεις για να απέχεις από οτιδήποτε συγκροτεί τον μικρό εαυτό σου και τα ακόμη μικρότερα τυφλά πιστεύω σου)

Είμαστε δυνατοί, μα περισσότερο είμαστε διαλυμένοι. Ίσως και να δυναμώνουμε αφού διαλυθούμε, ή να διαλυόμαστε όσο δυναμώνουμε, ίσως να μην ισχύει τίποτα από όσα ζούμε και να είμαστε μια αντανάκλαση όσων θα θέλαμε να ζήσουμε λίγο πριν βάλουμε την τελεία στο κείμενό μας

(Μιλάμε όλο και πιο πολύ για όλο και λιγότερα)

Με πιάνει θλίψη όταν σκέφτομαι τους ανθρώπους που δεν θα προλάβω να γνωρίσω (δεν είναι στο χέρι μας να γνωρίσουμε όσους δεν θέλουν να βρεθούν). Β(α)ρέθηκαν οι άνθρωποι στο περιβόλι των καθαρών χολών και των μικτών σκιών

(Ζητείται καθαριστής σκιών)

Άσε να μιλήσει απόψε η σιωπή της πόλης (κι όμως, η πόλη σωπαίνει και χάνεται στους ήχους της. Αποσύρεται από τη σκηνή μετά από μια ακόμη θεατρική παράσταση)

Σε ρίχνουν σε ένα λαβύρινθο. Σχεδόν σε ξεχνάνε εκεί μέσα χωρίς νερό, χωρίς φως και χωρίς αέρα. Και χωρίς κλειδί. Μα ποιος χρειάζεται κλειδί σε έναν ξεχασμένο λαβύρινθο;

Οι ώρες χωρίς σκοπό μπορούν να σε σκοτώσουν, να σου τεμαχίσουν το μυαλό (να σε διαολοστείλουν και να σε περιποιηθούν δεόντως). Οι ά(σ)κοπες ώρες κουλουριάζονται γύρω από σένα και προσπαθούν να πνίξουν ό,τι δεν έχεις αντιληφθεί ακόμη, να καταπιούν όσα δεν έβρεξε η μέρα και δεν ζέσταινε η νύχτα

Ένα στενό πιο κάτω από την ακριβή τοποθεσία της πρώτης σου συνάντησης με το κενό, οι ά(σ)κοπες ώρες χορεύουν γύρω από τη φωτιά των μασκαρεμένων ζωντανών και των γδυμένων νεκρών (ζωντανοί και νεκροί συμπαραστέκονται στα τρελά σου όνειρα μοχθώντας να κόψουν τις ώρες στα μέτρα των άλυτων μυστηρίων και να τις δέσουν στους κορμούς των αγεφύρωτων στεναγμών)

Ένα στενό πιο κάτω από την ακριβή τοποθεσία της πρώτης σου συνάντησης με το καινό), οι νεόκοπες ώρες συντρίβονται πάνω στα πλάνα των αμυδρών εξαιρέσεων και των έντονων κανόνων

Με ένα μαχαίρι, κάποιοι προσπαθούν να χωρίσουν τα σύννεφα και να μοιράσουν τον ατέρμονο κόσμο

Σε ρίχνουν σε ένα λάκκο χωρίς φίδια (εσύ παρατηρείς τα φίδια και ξεχνάς το λάκκο)

Σε στενεύουν τα όρια, σε εγκαταλείπουν τα περιθώρια

(Μα ποιος χρειάζεται εργαλεία για να καταργήσει τα όρια και να ακυρώσει τα περιθώρια;)

Μασάς τα χαρτιά και φτύνεις ό,τι περιττό σου κολλά στα δόντια (το οδοντικό νήμα περιττεύει)

(Ζητείται ανιχνευτής σκαιών)

Μασάς τα χαρτιά σαν φύλλα καπνού (καταργείς τους νόμους, βυθίζεσαι στο καινό κενό)

(Ζητείται εθελοντής κενών)

21 Μαΐου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect