Ξεχασμένες ζωές

Τα φώτα σωπαίνουν

Οι ήχοι σβήνουν

Γατιά περνάνε ξυστά στις ρόδες

Σακούλες πλαστικές με άχρηστα αντικείμενα

Πλέον, δε ζηλεύεις τίποτα από όσα βλέπεις στις βιτρίνες

Πάρτε δώρα, αγοράστε κάτι, μη φύγετε με άδεια χέρια (αγοράστε έστω τη φήμη σας)

Κουρεμένα κεφάλια, πολύχρωμες κοτσίδες, τσιγάρα, ποτά, φαγητά (και το γέλιο της προσποίησης να σε φέρνει στα συγκαλά σου)

Εξαπατημένοι κόσμοι

Δυο αλλαξιές ρούχα και την ησυχία μου

Τα λεπτά εξορκίζουν τη στιγμή: να φοβηθεί –η στιγμή– και να φύγει για να πάρει τη θέση της η επόμενη. Λεπτό και απελπισία, λεπτό και λύτρωση

Αναγνωρίζω τη χροιά της φωνής σου

Σε γνωρίζω πολύ καλά ώστε να (μην) σε εμπιστεύομαι

Τα σπίτια στοιχειώνουν από τους ζωντανούς

Σκοτώνουν την παιδική ηλικία πριν ενηλικιωθεί

«Θα μείνεις στην απέξω» σε επιπλήττουν κάθε φορά σε τόνο ειρωνικά φιλικό (μα, στην απέξω ανασαίνω)

Ο ήλιος είναι εξορισμένος από τους σκοτεινούς φωταγωγούς

Άνθρωποι, τρωκτικά, ερπετά, συμβιώνουν χωρίς μεταξύ τους συναίνεση

Η θάλασσα δεν εξαιρεί κανέναν: μας αγαπά και μας πνίγει όλους

Μικρά σκιρτήματα προδίδουν την αίσθηση απώλειας της αλόγιστης προσδοκίας

Με μια βεντάλια μεγατόνων κάνεις αέρα στις σκέψεις σου

Οι σκέψεις ξεβόλεψαν το «έτσι είναι» και αγρίεψαν τα «θέλω»

Οι άνθρωποι δεν πρέπει να πέφτουν σε χειμερία νάρκη

Εξαρτημένοι κόσμοι

Δυο αλλαξιές ρούχα και τις αμφιβολίες μου

Στο αποστακτήριο

της αλήθειας οι

μνήμες μυρίζουν χολή

25 Οκτωβρίου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect