Μαχαίρια μπηγμένα στο λόφο της σκέψης

Με σπασμωδικές κινήσεις αφαιρούμε το τσόφλι του χρόνου

Ξημερωθήκαμε στο βουνό της θλίψης

Η ασθενής μνήμη θολώνει το τζάμι της υπόγειας λήψης

Μια πρέζα λεμόνι στα μάτια καθαρίζει τους σιδερένιους βολβούς της κοίτης

Ένα κρεββάτι με δυο κουτσά κομοδίνα στηρίζουν τα κοκκαλιάρικα όνειρα του αιμοσταγούς πυρήνα

Αυξήθηκαν τα κρούσματα της λήθης

Σαρκοβόρες συνήθειες προβάρουν την τελετή λήξης

Με δυο κλωνάρια δυόσμου δροσίζεις τις πληγές που σου άφησε το σκήνωμα της απογευματινής παράστασης

Η μαγεία της στιγμής

Η σοφία του θανάτου

Ανελέητο παιχνίδι του φόβου με αναποδογυρισμένη κλεψύδρα

Σε τόπους άπτερους πετάξαμε ψηλότερα από τους ίσκιους μας

Ξοδευτήκαμε στο κενό της ύλης

Με μάτια βουτηγμένα στο φως, χορέψαμε στο σκοτάδι του πόνου

Η γλώσσα βούτηξε στο μυαλό (κι αμίλητη παίρνει το δρόμο της επιστροφής)

Στεριώνει κανείς σε μέρη άγνωστα

Για μια στιγμή νόμισα πως μεταμορφώθηκα σε αυτό που φοβόμουν

Μια γυναίκα κλαίει πάνω από το γυμνό σώμα του εραστή της

Για να φτάσεις μπροστά ρίξε το βλέμμα προς τα κάτω

Οι μηχανές του χθες φτύνουν χολή και λίπος

Ευτραφείς καμινάδες

Βαδίζουμε προς το τέλος (κι είναι ακόμη πρωί)

Χαρακτηριστικά προσώπου: διάφανα

Μια μύγα κολλημένη στο τζάμι

Ένα παιδί – με μάτια γάτας, στόμα λύκου και κορμί ελαφιού – τρέφεται με φωτιά κι αλάτι

Πουδραρισμένοι μώλωπες

Νηστικά κουνούπια

Τριμμένη κιμωλία σε παρμπρίζ

Παράλληλοι κόσμοι ξεδιψούν σε απονενοημένους τόπους

Τρέχουμε πίσω από το χρόνο σαν πεινασμένα σκυλιά

Τρεφόμαστε με αποφάγια φόβο και ενοχές

Αποτραβιόμαστε στο βάθος του μυαλού μας

Τρυπάμε με τα νύχια μας το πέπλο της υποτέλειας (δαγκώνοντας πού και πού το σκοτάδι: τη γεύση έχει το σκοτάδι;)

Ξηλώνουμε την προοπτική του μέλλοντος

Με ένα κατσαβίδι σκαλίζουμε τον έωλο χρόνο φτύνοντάς τον στα μούτρα

Παλμογράφος εποχών: χρώματα, ήχοι, μυρωδιές, ξεχασμένα όνειρα (ένα ζευγάρι μάτια ψάχνει την ελπίδα στα σκουπίδια)

Μ’ ένα αλυσοπρίονο κόβουμε τον κορμό του υδάτινου σώματός μας

Με λίγο αλάτι αλείβουμε τις περσινές κηλίδες από αίμα και φραγκοστάφυλο

Ένας κύριος – δίχως όνομα και προορισμό – ρωτάει τους περαστικούς πώς πέρασαν τις διακοπές τους (μα εκείνοι είναι τόσο αφηρημένοι που σχεδόν δεν προσέχουν ούτε τον άγνωστο, ούτε τα τεράστια πακέτα που κρατά κάτω από τις μασχάλες του)

[Πάρτε ένα σφουγγάρι και σβήστε όλα όσα γράψατε κατά τη σύντομη διάρκεια της αυπνίας και τραγελαφικής σας εξάρτησης από το μοβ χρώμα στις οπλές των μονόκερων]

Δορυφόροι περιφρουρούν την κυριότητα των ονείρων μας έτοιμοι να καταγράψουν την παραμικρή μας κίνηση προς την απόδραση

Για το δικό σας καλό μάθετε να μην ζητάτε πολλά

Οι καρναβαλιστές ρίχνουν από ένα νόμισμα στο μουσικό κουτί ως συμβολική ένδειξη σεβασμού στους επίκαιρους εφευρέτες νόμων

Η αρνησικυρία των μεγάλων ιπποτών βάζει σε μπελάδες τη συνωμοσιολογία των καιρών

Απαλοιφή από το δικαίωμα υπεράσπισης

Οι δράκοι λιμάρουν τα νύχια τους στα δέντρα της προκοπής

Αποστακτήρες γνώσεων

Στην τελευταία μας συνάντηση θα ειπωθούν αλήθειες, θα αποδοθεί δικαιοσύνη, και θα θυμηθούμε το σημείο που χάσαμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου τη μέρα της διαφυγής μας από τη ρουτίνα του εαυτού μας (θα ήταν προτιμότερο να ρίξουμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου στην αποχέτευση του δρόμου – έτσι θα γλιτώναμε τον κόπο να ψάχνουμε σε σημεία έξω από τη σφαίρα του πραγματικού)

Άγνωστες λέξεις είναι οι λέξεις που δεν ξεκοκκαλίσαμε από φόβο μη βρούμε τα λάθη που κρύβουν (τεχνηέντως) οι οπαδοί των συστημάτων με την αρωγή εκείνων που υποστηρίζουν το διαφορετικό επινοώντας νέες μεθόδους εξόντωσής του (με το πρόσχημα της εκκαθάρισης ανατρεπτικών στοιχείων)

Πολιτική ορθότητα, ανθρώπινος εξαναγκασμός

Δήμιοι με σπασμένα δόντια συγκρατούν την οργή του άμαχου πλήθους (κανείς δεν γνωρίζει τα πρόσωπά τους: μόνο την ανάσα τους)

Μια γυναίκα κλαίει πάνω από την κούνια του μωρού της (παλεύει από τη μια με τη μητρότητα και από την άλλη με το τέρας που κατάπιε την ίδια και τα άγουρα όνειρά της). Ανάμεσα σε λερωμένες πάνες και την περιέργεια να μάθει τι κρύβεται πίσω από την επιφάνεια των προσώπων μεταφέρεται στον κόσμο της ωμής πραγματικότητας και της αδυσώπητης αλήθειας: ζει κανείς μονάχα μια φορά

Μυρωδιές και σκόνη έχουν στρογγυλοκαθίσει στα γόνατα της παλιοκαιρισμένης πολυθρόνας (που ενίοτε εκτελεί και χρέη κρεβατιού)

Δυο τρία ράφια προσδίδουν στο χώρο την αίσθηση πως κάποιος θα τα χρησιμοποιήσει ακουμπώντας στην τραχιά επιφάνειά τους ένα βιβλίο, ή ένα ποτήρι με ένα τριαντάφυλλο και λίγο βασιλικό

Η τηλεόραση θα ταξιδέψει κι απόψε τους ανθρώπους στα μυστικά της ζωής

Οι συνήθειες είναι απόκτημα επιλογής ή διαλογής;

Η αυτοαναίρεση αποτελεί ίδιον χαρακτηριστικό των ατόμων εκείνων που τελούν υπό καθεστώς σύγχυσης, φέρονται δε ως πρωτοπόροι (η ζωή τους ένα σύμπλεγμα χρόνιας καταστολής κι εξάρτησης: οτιδήποτε αληθινό τούς προκαλεί κνησμό και εξανθήματα)

Άλλοτε τρέχουμε σαν να μας κυνηγάνε, άλλοτε βαδίζουμε με τη σιωπή να πυρπολεί τις πατούσες μας, άλλοτε παίζουμε κουτσό στα ασπρόμαυρα τετράγωνα, άλλοτε σκάβουμε το νοητό χώμα κάτω από το μάρμαρο της θλιμμένης ενορχήστρωσης

Σκοντάφτεις στους τέσσερεις τοίχους της έξωμης τέχνης

Η απόσταση μεταξύ πραγματικού και φανερού απέχει όσο το επίγειο από το ουράνιο

Στα περισσεύματα της γης θάφτηκε ο ουρανός

Αύριο λήγει η  προθεσμία

Μέρα με τη μέρα τα πρόσωπα ξεθωριάζουν: απομένει ένα ενθύμιο ραγισμένο στις άκρες (ένα δοχείο γεμάτο αναμνήσεις)

Κανείς δεν γνωρίζει πόσο κοστίζει η ζωή (μα πληρώνει μια ζωή για να μάθει)

Μια θάλασσα να ξεδιψάσει τα όνειρά μας και μια φωτιά να πυρώσει τα εξασθενημένα μας λογικά

Απόκληροι βαδίζουμε δίχως σταματημό

Με ένα ξεκούρδιστο ρολόι μετράμε τα κυρτά λεπτά της ώρας

Η διαχείριση της ώρας ίσως είναι μια από τις εξυπνότερες απάτες

Στο προσεχές μέλλον οι άνθρωποι θα είναι εύθραυστοι κι ευάλωτοι, στο προσεχές μέλλον οι άνθρωποι θα κυκλοφορούν με μια μόνιμη γροθιά στα μούτρα (να τους υπενθυμίζει την ανυπαρξία της αθανασίας και την αναγκαιότητα της στιγμής)

Εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και μυαλό δεν έβαλε

Οι εποχές βγάλανε τα καλά τους από τα μπαούλα και μύρισαν οι καιροί ναφθαλίνη

Με δείκτες μισοφαγωμένους, τα φαντάσματα του παρελθόντος δείχνουν προς το μοιραίο

Σε πόλεις χτισμένες από τσιμέντο και ηθική θεωρείται παράνομος εκείνος που θα διαμαρτυρηθεί για κακοτεχνίες

Άνθρωποι: σκοτωμένοι σε χώρους εργασίας / πεταμένοι στο δρόμο / δολοφονημένοι από το κράτος / χωρισμένοι σε (παρα)τάξεις / τυφλωμένοι από μισαλλοδοξία / κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα της στολής που τους φόρεσαν

Αφή, γεύση, όσφρηση, ακοή, διαίσθηση

Σε έναν κόσμο επιμελώς κατασκευασμένο και εγκεφαλικά νεκρό εκ γενετής, οι υποσχέσεις δεν κρατούν παρά λίγα δευτερόλεπτα

Από μνήμης ατεχνίες

Ειδυλλιακά προνομιούχοι μαϊντανοί

Ακροβολισμένοι αναλυτές περιγράφουν αρειμανίως τις στιγμές της σιωπηλής διαμαρτυρίας

Ανένταχτοι κύκνοι λικνίζουν τις σιλουέτες τους μέσα σε μια λίμνη από χολή στην τελευταία τους προσπάθεια να δραπετεύσουν από τη γήινη τιμωρία τους

Οι επόμενοι θα ανέβουν στο βήμα των προηγούμενων και θα ακυρώσουν την αναμονή του παρόντος (ή την προσμονή της απέλπιδας ρήξης)

Πόσα ζευγάρια μάτια χρειάζονται για να δεις την ομορφιά;

Από τις ρίζες των μαλλιών έως τα ακροδάχτυλα των ποδιών μας, μεσολαβεί ο ακάλυπτος προσδιορισμός του αναλογισθέντος υπερεκτιμημένου χρόνου

Ρυμοτομούμενες χρονικές αποστάσεις

Πού ακούστηκε άνθρωπος να φυλάει άνθρωπο;

Ζούμε σε μια τρέλα παριστάνοντας τους λογικούς

Επαναχρησιμοποιούμενα κελιά σε τιμές προσιτές

Να ερχόταν μια καταιγίδα και να ξέπλενε τη βρωμιά του κόσμου

Μαθήματα κοπής νέων ανθρώπων

Πώς να εμπορευτείς τη ζέστη του ήλιου και του ανέμου τις χορδές;

Μια ξύλινη σκάλα στέκει σαν δέντρο που ρίζωσε στη μήτρα της γης

Ο ύπνος βουλιάζει στις άκρες των φθηνών ονείρων

Μιλήσαμε για όλα εκείνα που θεωρούνται σημαντικά (μα δεν είπαμε τίποτα για το απρόοπτο του ασήμαντου)

Απόντα τα σώματα τυλίγονται στον ημιτελή χρόνο

Οι καιροί φορούν ξυπόλητες μνήμες, τρέφουν αγέννητα βρέφη και περιμένουν την ώρα της κρίσης

Μεταλλαγμένοι άνθρωποι σε ρόλους υβριδικούς

Τα θύματα του χθες θύτες του σήμερα

13 Απριλίου 2021

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect