Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην ανυπαρξία του, και στην αμεσότητά μας με το καθημερινό
Η ώρα του απόλυτου κενού γεμίζει τις πιο απομακρυσμένες σχισμές των παιδικών μας αναμνήσεων (ποτέ δε θα μάθουμε γιατί μας κρατούν ομήρους)
Χτίζουμε από μια πραγματικότητα στη φανταστική ζώνη του αναγκαίου (μένει να ταιριάξουμε το αναγκαίο με το φανταστικό και τη θέληση με την επιβίωση)
Τρέχεις όπως ένα παιδί που ψάχνει να βρει καταφύγιο, ή μάλλον αποδρά από τη δυναστική αιμόφυρτη παραφροσύνη των αέναων-αόρατων κόμπων που του φορέσανε στα πόδια και τα χέρια (ίσως και στο λαιμό) για να μη μπορέσει να πετάξει μακριά από τη φωλιά: η φωλιά –του είπανε– προστατεύει, χωρίς να του εξηγήσουν από ποιους και γιατί
Αισθανόμαστε απροστάτευτοι (συνεπώς ευάλωτοι) όταν εκτεθούμε σε αυτόν τον υπέροχο, αληθινό, αντισυμβατικό κόσμο με τις διάφανες καρφίτσες να αποσπούν την προσοχή μας κάθε βράδυ και να μας ομολογούν πόσο εύκολο είναι να παραδίνεσαι ολοκληρωτικά σε αυτό που ευθύνεται για την ολοκλήρωσή μας, προωθώντας την τελική αποδέσμευσή μας από τους αόρατους δεσμούς της αποβλάκωσης με τα κομματιασμένα κεφάλια:
η διαιώνιση μιας σιδηράς κατάστασης επιβραβεύει όσους σμίγουν τα φρύδια και αλωνίζουν πάνω σε άλογα με βαμμένες από το αίμα των αποκαλούμενων «ιδεών υπεράσπισης» ή «ιδεών καθήλωσης» σέλες
Κάπως έτσι, φτάσαμε στο (ειδε)χθές σήμερα
Ο πλανήτης απειλείται από δρώμενα υστερίας
Ο κόσμος σαν παιδί –που τελευταία στιγμή έπαιξε κορώνα γράμματα την ευκαιρία του να φύγει για αλλού– στο πίσω μέρος του κάρου ατενίζει το μέλλον μέσα από τις χαραμάδες που αφήνουν οι δεματιές με τα στάχυα. Αφήνεται στα χοροπηδητά των τροχών και τη μουρμούρα του κάρου (για τον απελπιστικά δύσβατο δρόμο με τα διάσπαρτα νηπιακά ηφαίστεια και τους χωματένιους λόφους που προβάλλουν σαν κάλοι στα πόδια της γης). Άλλοτε συμπεριφέρεται φοβισμένα, μην έχοντας άλλη επιλογή από το να ακολουθήσει τον οδηγό του κάρου σαν ένας ακόμη υποψήφιος βοηθός σε περιοδεύοντα θίασο, και άλλοτε εξοπλίζεται με θάρρος πρωτόγνωρης μαεστρίας: κλείνει τα μάτια για λίγο, τόσο όσο να ονειρευτεί όσα δεν τόλμησε να ψάξει
Ο πλανήτης απειλείται από τους μεθυσμένους οδηγούς των κάρων και τους τυχοδιώκτες της προσαρμόσιμης ελπίδας
Τίποτα δεν υποπτευτήκαμε τόσο καιρό (;)
Ανεβοκατεβαίνουμε πατώματα ξεφυσώντας σαν τρυπημένες σαμπρέλες που έχασαν τον προσανατολισμό τους
Δε σου άρεσαν τα παραμύθια που δεν είχαν το τέλος που ήθελες να ακούσεις
Όλα ήταν καλώς καμωμένα: το πρωί πηγαίναμε στη δουλειά (αν είχαμε). Υπήρξε περίοδος που μόνο δουλεύαμε και ήμασταν ευτυχισμένοι, αν και ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ένας άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος επειδή εργάζεται τις περισσότερες ώρες της βδομάδας αντί να διαθέσει λίγες από τις ώρες του στην απόλαυση όσων αποκτά (έστω και εάν η απόκτηση είναι προσωρινή). Συνήθισε ο άνθρωπος να δουλεύει και ξέχασε να ζει. Τρόμο του προκαλεί η ανάπαυλα, ταραχή η περιήγηση, πανικό η απόφαση
Ήταν όλα καμωμένα καλώς (ζυμωμένα θα έλεγα). Αν η σούπα σού έβγαινε νερουλή άφηνες το καπάκι της κατσαρόλας για λίγο ανοιχτό και το υπόλοιπο νερό εξατμιζόταν. Αν πάλι το μίγμα ήταν πιο πηχτό από όσο επιθυμούσες, αρκούσε να προσθέσεις λίγο νερό και να τη φέρεις στα γούστα σου
(όλα είναι θέμα δόσεων: η συνιστώμενη δόση στην κατάλληλη χρονική στιγμή κάνει θαύματα)
Καλώς ήταν καμωμένα όλα: διαφορετικά, πώς θα υπήρχαμε εσύ και εγώ εδώ και θα μιλούσαμε για μέλλον; Πώς θα υπήρχε ο αόρατος κόσμος που τρέχει σαν σκύλος με τα σάλια να του τρέχουν για λίγη δόξα, λίγο χρήμα, ακόμα πιο λίγη ζωή; Φυσικά και υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, μπορεί να μην τον έχεις δει ποτέ σου να μην έχεις ποτέ αναρωτηθεί για την ύπαρξή του, να μην ξέρεις ούτε αν είναι αληθινός ή κάποιο αποκύημα της φαντασίας εφήμερων παραστατών, αλλά συχνά-πυκνά νιώθεις εκείνο τον καταιγισμό από ερωτήσεις που δεν πρόκειται να απαντηθούν ποτέ από κανέναν (και αν απαντηθούν θα απαντηθούν μισές, δόλιες, κατασκευασμένες, υποταγμένες στον όλεθρο των ανακριβειών και της μισαλλοδοξίας)
Θυμάσαι το στενό με τις οπτασίες που ξεπροβόδιζαν κάθε σου αναχώρηση και χαμογελούσαν με κάθε σου άφιξη; (χαμογελούν τα ζουμπούλια; θυμώνουν τα γιασεμιά; ερώτηση ήταν, έτσι για την ερώτηση, για να αποδείξω πως τίποτα δεν είναι έρμαιο όπως ο άνθρωπος και η παράδοσή του άνευ όρων, ποτέ παραδοχή άνευ ορίων, ποτέ συνύπαρξη με το ατελές άγνωστο, ποτέ δοκιμασία για να φτάσει εκεί που δεν υπάρχουν χαρακτηρισμοί παρά μόνο χαρακτήρες. Στη γη να λέμε τα μυστικά και αφανέρωτα κούφια λόγια, στη γη να εξομολογούμαστε όσα δεν μπορούμε να πούμε στους ανθρώπους. Η γη ακούει και χωρίς να της πούμε τίποτα από όσα νομίζουμε πως ξέρουμε: ξέρει εκείνη για μας
Δε φοβούνται όλες οι αδέσποτες γάτες να έρθουν κοντά σου, ούτε όλα τα σκυλιά σε γαβγίζουν (εσύ συνεχώς φοβάσαι και γαβγίζεις, ούτε μια προσπάθεια να πλησιάσεις τη γάτα ή το σκύλο, ούτε μια προσπάθεια να πλησιάσεις εσένα, εμένα, κανέναν)
Φέρε το τηλεσκόπιο να δούμε τα αστέρια και να θαυμάσουμε τη ζωή, ύστερα φέρε και ένα όπλο για να δείξουμε πόσο τυχεροί είμαστε που καταφέρνουμε με μια κίνηση να χαλάσουμε το θαύμα και να αποδώσουμε σε κείμενα σύνεσης με ύφος ξαφνιασμένου ελαφιού ένα ακόμη απεχθές, ειδεχθές, επαχθές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ύστερα φέρε και μία καλή δικαιολογία για να υπερασπιστείς όσα δεν έπραξες σε μια μικρή ζωή (τι να πρωτοπρολάβεις κι εσύ; όλοι θέλουν και από κάτι κι εσύ πρέπει να καταφύγεις σε φάρμακα και υποκατάστατα της ζωής (πώς αλλιώς θα ανεχθείς όσους δεν ανέχονται εσένα και τη μικρή σου ζωή, εσένα και την αντιλαλιά της προσηνούς επίγειας καταδίκης σου με τα επουράνια ελεφαντοστά και τους σκελετούς με τα κορδόνια; έχεις δει σκελετωμένο κορδόνι; ούτε και εγώ, έτσι το φαντάστηκα, ίσως να μην υπάρχει παρά σαν μια μορφή του αδύνατου: πλέξιμο με κορδόνι, πλέξιμο με χρωματιστά κορδόνια, πλέξιμο για να περνά η ώρα μέχρι να αποσυρθείς στα ενδότερα των ενδότερων, εκεί –στα ενδότερα– θα μείνεις για αρκετό διάστημα έως ότου κάποιος σε τραβήξει από το κορδόνι και σε μεταφέρει λίγο πιο έξω, σκέψου τη σκηνή σα να είσαι σε βαθιά νερά και σιγά σιγά σε τραβάνε προς την ακτή, στην ακτή θα καθίσεις να διαπραγματευτείς ένα καλύτερο μέλλον για σένα και για τα άλλα κορδόνια, θα έρθει η ώρα που δε θα νοιάζεσαι για τα κορδόνια ή τα χρώματά τους αλλά για την πλέξη της αποπληξίας (μέχρι το ίδιο το κορδόνι και η πλέξη του να γίνουν το ίδιο το κείμενο και όχι άλλη μια γραμμή στο κείμενο)
Κείμενος, παρακείμενος, (φίλα) προσκείμενος
18 Μαρτίου 2019

Leave a comment