Από τις φλόγες γεννήθηκαν οι φιγούρες του κόσμου. Οι φιγούρες ωρίμασαν και ταξίδεψαν σε μέρη άγνωστα. Ξεθύμαναν ψηλά στα σύννεφα, ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του ουρανού, και χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι. Διαλύθηκαν στο άπειρο και μετά το μακροχρόνιο ταξίδι τους στη γη της ατέλευτης προσδοκίας  συναντήθηκαν με την ομορφιά της ανεκπλήρωτης σημασίας και την ώρα του δειλινού. Από τη γνωριμία αυτή, θεμελιώθηκαν οι τακτικές του ονείρου, μεταφέροντας στο άγνωστο του παραλόγου τη γνώση του θανάτου. Οι μετασχηματισμένες φιγούρες του χθες  αδιαφόρησαν για το σχηματισμό του παραπετάσματος στην αβεβαιότητα και ξεκίνησαν να μελετούν το τώρα μετρώντας ανάποδα (από το τέλος προς την αρχή).

Οι μπαλαρίνες του ουρανού δεν έχουν  πόδια ούτε χέρια. Το απρόσωπο πρόσωπό τους μεταφράζει ακατάπαυστα ξένες γλώσσες για τους πληγέντες μουσαφίρηδες.

Δεν ξέρω αν θα μείνω σαν όνομα ή σαν φιγούρα. Δεν ξέρω αν όσα καλούμαι να αποφασίσω πηγάζουν από την ανεξάντλητη ανάγκη για ένα βήμα πιο πέρα από αυτό που σε προστάζουν να ακολουθήσεις. Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι είναι τόσο ανόητοι όσο φαίνονται ή ακόμα πιο πολύ. Δεν ξέρω αν η δειλία, η προσμονή, ή το αγέλαστο ένστικτο χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο και την πορεία του. Δεν ξέρω πόσο διαρκεί μια ζωή. Ξέρω όμως τη διάρκεια των χρωμάτων, την αποφασιστικότητα των αρωμάτων, και την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου να διαλέξει με ποιους επιθυμεί να κοιμάται και να ξυπνάει ή με ποιους επιθυμεί να επικοινωνεί δίχως να μιλάει (αρκούν οι ρυθμοί της ανάσας του).

 Στεκόμαστε μπροστά στο τέρας αφήνοντάς το να τρώει τη –μοναδική μας– ζωή και να μας αποτρέπει από την εισβολή (μας) στην πτέρυγα με τους «ασύμβατους δωρητές».

Οι άνθρωποι δεν ταιριάζουμε μεταξύ μας (συμβαδίζουμε).

Με τη γέννησή τους (κάπου στο μέλλον) οι μικροί ευάλωτοι, απροστάτευτοι και εύπλαστοι άνθρωποι, οδηγούμενοι από το ένστικτο της επιβίωσης και της περιέργειας, θα αντικρίζουν τον κόσμο όπως είναι και όχι έναν κόσμο ανύπαρκτο και κρυμμένο από το οπτικό τους πεδίο.

Ο καθρέφτης της μοναξιάς ή της υπερπροστασίας αντλείται από τον κόσμο που κάποτε μας έκρυψαν και εμείς φροντίσαμε να τον κρατήσουμε κλεισμένο σε ένα δοχείο (μαζί με τα υπόλοιπα απορρίμματα). Πείσαμε τον εαυτό μας πως το καλύτερο για όλους θα ήταν να καταπνίξουμε την ανάγκη να μάθουμε εξερευνώντας. Αποθρασυνθήκαμε μέσα από την ταλαιπωρία να προφέρουμε τα ερωτήματα που έκαιγαν τη σάρκα μας και μάτωναν τις ρίζες των μαλλιών μας, με αντάλλαγμα την ησυχία μας.

Η μέρα κάνει την εμφάνισή της ασχέτως αν αδιαφορούμε. Η μέρα διψάει για δράση, για σκέψη, για παύση. Η νύχτα εξοικονομεί φως χωρίς αντιπερισπασμούς, ταξινομώντας το έργο της μέρας. Τη νύχτα φανερώνονται οι φόβοι της μέρας, ανακατεύονται οι στόχοι, διαλύονται οι σχέσεις, ανυψώνονται τα θέλω, γκρεμίζονται οι τοίχοι, και αποκαμωμένοι κοιτάμε τη γέννηση του εσωτερικού «ξένου»: να βηματίζει με την αφέλεια και τη γνώση του ανθρώπου που δε σταματά να ψάχνει.

17 Δεκεμβρίου 2018

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect