Βροχή: σαν να βγαίνεις από το κουκούλι, να ανοίγεις τα μάτια, και να καλημερίζεις την πρώτη επαφή με τη ζωή

Η απογευματινή ώρα ίσως είναι από τις πιο ελπιδοφόρες στη διάρκεια μιας μέρας: ειδικά όταν ο χώρος που σε φιλοξενεί συνεπικουρεί στην υπόσχεση της επόμενης μέρας

Την ώρα που αδιάφοροι περπατάμε, η φύση αρκείται στην ομορφιά της απελπιστικής επιβίωσης

Πόμολα ξεβιδωμένα. Πάνω στη στιλβωμένη επιφάνεια της συρταριέρας ,σιλουέτες στα χρώματα της γης ξεκουράζουν το σώμα τους μετά από μια μακριά πεζοπορία στην ίδια θέση

(Οι ώρες εδώ δεν περνούν: στοιβάζονται)

Μια φαφούτα χτένα παλεύει να κρατήσει δυο-τρεις τρίχες που ξέμειναν από τα πυκνά μαλλιά της μέρας

Σε ένα μικρό πορσελάνινο βάζο, το μοναδικό κόκκινο τριαντάφυλλο αναδύει το τελευταίο του άρωμα (επισκιάζοντας το άρωμα των γιασεμιών). Ένα κλωνάρι γερανιού συνεχίζει να μαδά και να σκορπά μερικά από τα άνθη στο μαρμάρινο πάτωμα φτιάχνοντας μια αραιή στρώση χαλιού για να πατούν οι σκέψεις την ώρα που αποχαιρετούν τη μέρα (αφήνοντας μια ιδέα μυστηρίου και αλήθειας)

Όλα –σχεδόν– μέσα στο δωμάτιο με τους ξεβαμμένους τοίχους μοιάζουν να προϋπήρχαν, περιμένοντας τούτη την ώρα να συγκεντρώσουν τα σπασμένα κομμάτια τους και να αφεθούν στην κρυφή πνοή του αγέρα (ο αγέρας ανοιγόκλεινε πόρτες και παράθυρα χωρίς να αντιληφθούν την παρουσία του: δεν ήθελε να ανησυχήσει την αρμονία της αταξίας)

 Ένας ξεχασμένος λογαριασμός και ένα σημειωματάριο με τριμμένο εξώφυλλο κεντρίζουν το ενδιαφέρον μιας παρέας μυρμηγκιών με προορισμό το λαβύρινθο των ανειλημμένων υποχρεώσεων

Ένα μισογεμάτο πακέτο χαρτομάντηλα, ένα κουμπί (από ποιο ρούχο να ξηλώθηκε και από πότε;), μια βεντάλια, μια πλεκτή τσάντα, ένα σκουριασμένο κουτί που κάποτε περιείχε καραμέλες μέντας και τώρα χρησιμεύει για τη φύλαξη μικροαντικειμένων (βίδες, καρφίτσες, πινέζες, συνδετήρες, τσιμπιδάκια), εδώ και ώρα βρίσκονται αιχμάλωτα στην περιέργεια μιας γάτας που δε λέει να κατέβει από το έπιπλο εάν δεν ξεφορτωθεί και το παραμικρό-ενοχλητικό εμπόδιο που αντιστέκεται στην αχαλίνωτη όρεξή της για παιχνίδια

(Ταξιδεύεις σε χώρους ανύπαρκτους)

Ανέκφραστοι ζωοφόροι προσηλωμένοι στην άγνοια τραβούν κουπί με τα δόντια

Το σκουριασμένο κουτί ακόμη μυρίζει καραμέλες με άρωμα μέντας

Η παρέα των μυρμηγκιών επιστρέφει στη φωλιά της: καθένα τους κουβαλά και από μία ανειλημμένη υποχρέωση

Προσέχεις τη φθορά από την ώρα που γεννιέται

Η μέρα αυθαδιάζει στους επίμονους αρνητές της

Η νιότη τρίβει τα μάτια της ενώ κοιτά έκπληκτη τον δήμιό της να φέρει εις πέρας το έργο του

Αυθάδικη μέρα που λήγει σε άσο

8 Απριλίου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect