Άλλο ένα ξεγύμνωμα ψυχής ζητά ένδυμα

(ζητά –η ψυχή- κάτι να φορέσει, όχι γιατί αισθάνεται ντροπή για τη γύμνια της, αλλά επειδή κρυώνει)

Και το ψύχος χρειάζεται θαλπωρή (και μια γωνιά απομόνωσης για τα άλυτο πρόβλημα της ψυχρής θερμότητας: ψύχρα ως το λαιμό)

Ούτε που φανταζόσουν πόσο εύκολη (θα) ήταν η ζωή σε σύγκριση με τον υπέρτατο βαθμό δυσκολίας που σου αντιπαραβάλλανε σε κάθε σου διάθεση για ανάγνωση του μυστηρίου

(Αποκόπτονταν η τριχιά και τρέχανε όλοι / αποκόπτεται η τριχιά και τρέχουν όλοι)

Ονειρευόμαστε στον ύπνο μας ή ταξινομούμε; Ονειρευόμαστε ή σκοτώνουμε τα όνειρά μας πριν τη γέννησή τους; Ή μήπως συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις εκείνες που χάσαμε στη μάχη με το άγνωστο –που μόνο άγνωστο δεν είναι;

Παραιτείσαι μετά από τόσο δρόμο; (δεν είναι παραίτηση, είναι η κούραση της επιβεβαίωσης όσων είχαν ξεφύγει της αντίληψής σου για λίγα μόλις βήματα)

Κατάφερνες με τρόπο μαγικό να βυθίζεσαι –εσύ και οι σκέψεις σου– στα μαξιλάρια της εφήμερης μέρας με τα πολλά πρόσωπα. Ένα πρόσωπο από αυτά ήταν και η αναγνώριση: έβλεπες περίεργα σχήματα σε μάτια γνωστών φυσιογνωμιών (σχεδόν όλα είχαν και κάτι από σένα που δεν ήσουν όμως εσύ παρά μια διάχυτη έκκληση αυτοσυντήρησης και αποδοχής (η αποδοχή της αυτοσυντήρησης)

(Η απαλότητα της συγγενικής εφόρμησης προς το διαφορετικό)

Μαχαίρια κόβουν –σαν ξεφτέρια– ουρανίσκους από μέλι

Κόβεις, ράβεις, ξηλώνεις, σχεδιάζεις: απαλλάσσεις τις ώρες σου από την ανία

Σχεδιάζεις ένα ταξίδι και ξεχνάς τον προορισμό: θυμάσαι μόνο το ταξίδι που δεν βίωσες ακόμη

Παρακαλούνται οι οδηγοί να μην γεμίζουν ως απάνω το πίσω μέρος του οχήματός τους: μας κόβουν τη θέα

Ονειρεύονται οι γάτες έναν καλύτερο κόσμο; Χαζεύεις την ηρεμία της φύσης τους την ώρα που κοιμούνται. Τρέχουν στο λαβύρινθο της φαντασίας τους κυνηγώντας και παίζοντας αφήνοντας το χρόνο να κάνει το θαύμα του

(κάνει ο χρόνος θαύματα; ποτέ δε θα το μάθουμε. Ίσως και να κάνει την ώρα που τα θαύματα ονειρεύονται μια απλή ζωή δίπλα στη θάλασσα και στη ζεστή άμμο. Θαύμα είναι οι αγριοτριανταφυλλιές που ζούνε δίχως να ενοχλούν(ται) (από) το χρόνο)

Η καρδιά δε θέλει να μένει στη θέση της: πάει κι έρχεται. Αλλού βρίσκεται και αλλού θυμάται

Τα καβούρια θα συνεχίσουν να περπατούν μεθυσμένα

Πάγωσε το φεγγάρι: κάνεις μια με το χέρι και το κατεβάζεις στο ζεστό σου μέτωπο μήπως και καταφέρει να δροσίσει τις σκέψεις σου που καίνε σα φωτιά τους πνεύμονες αναζωπυρώνοντας τις εστίες σε κάθε βήμα προς τα εμπρός: εμπρός;… ποιος να είναι τέτοια ώρα; κοντεύει να βραδιάσει δίχως χρώματα: η γκρίζα αποτύπωση των συναισθημάτων

Αν ο έρωτας φίλιωνε με τον πόθο τότε η αγάπη θα είχε τη διάρκεια μιας αιώνιας επανάληψης

Υπάρχουν άτομα που βλέπουν το ολόγιομο φεγγάρι πολύ πριν η πανσέληνος φωτίσει σαν λυχνία τον σκοτεινό ουρανό και γλιστρήσει στα μισόκλειστα παντζούρια των ανύποπτων εθελοντών

Το φεγγάρι ζωηρό και πειραχτήρι –ως όφειλε– πήρε τα σπόρια από ένα ρόδι και άρχισε να τα μασουλά. Ο χυμός των ροδιών έσταζε πάνω στις άχρωμες στέγες των σπιτιών βάφοντάς τες με το ζωηρό του χρώμα εμπνέοντας τους άχρωμους κατοίκους με στίχους τραγουδιών (και ποιημάτων), με σκηνές θεατρικές έργων που δεν παίχτηκαν ακόμη, με εικόνες που φωτογραφίζουν έναν κόσμο λίγο καλύτερο από αυτόν που γνωρίζουμε, και με μια υπόσχεση που δε θα λήξει ποτέ όσο ακούμε τους ήχους και απεικονίζουμε τα χρώματα στα πιάτα των περαστικών μας στιγμών: σήμερα, το γεύμα περιλαμβάνει σπόρους ακατάληπτων συμβόλων και ξεχορτάριασμα ποινικών αδικημάτων

(οι καμινάδες των άχρωμων σπιτιών με τους άχρωμους κατοίκους τεντώνουν το λαιμό τους σαν στρουθοκάμηλοι, αγγίζοντας τη μαργαριταρένια σάρκα του ώριμου φεγγαριού με τα χαμογελαστά πρόσωπα)

23 Απριλίου 2019

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect