Μήτρες κυοφορούν τα εγκαίνια της (ν)τροπής
Μωρά ζεσταίνουν τα κλιτσιά τους στις λάσπες βυζαίνοντας τις σταγόνες της βροχής
Η μπανιέρα χαράχτηκε στα χρώματα του χάρτη (το ξεραμένο κόκκινο χωρίζει τη ζωή από τη ζωή των γύρω μας)
Οι τύχες του κόσμου χορεύουν με παραδοσιακά φουρό
Τα τσιμπλιασμένα μάτια του σκύλου θυμίζουν το ζητιάνο των παραμυθιών (μια άγνωστη μέρα σε άγνωστο τόπο έφυγε κρατώντας στο βλέμμα του την ελπίδα για λίγο ψωμί κι ένα χάδι)
Στις ρίζες των μαλλιών μας χάσκουν σα νεογέννητα κουτάβια οι ιδέες (από ένα παρελθόν που δεν ζήσαμε μα θυμόμαστε με κάθε λεπτομέρεια)
Ανάμεσα στα απολεσθέντα βρέθηκαν μια ασημένια αλυσιδίτσα, ένα μπλοκ με μουτζούρες από μολύβι και το σπασμένο χαμόγελο μιας χελώνας
Στα μάτια σκιαγραφείται η ρότα της ζωής
Έξω από τα βιβλιοπωλεία –φορώντας ακριβά αρώματα και πρόχειρο πρόσωπο– ατενίζουν το μέλλον
Αιμορραγούν οι κύστες του φιλότιμου
Πλήττονται οι ανώνυμοι φαύνοι της αισιόδοξης μυρωμένης πλάνης
Παιδιά ρίχνουν τα κεφαλάκια τους πίσω στην πλάτη σαν να ψάχνουν κάπου να ακουμπήσουν τα άγουρα –με τα σκαμμένα γερασμένα πρόσωπα– όνειρά τους
Οι καλοί τρόποι δεν ταιριάζουν σε έναν κόσμο μη πραγματικό
Το βράδυ η φαντασία θα δειπνήσει με τα μελαγχολικά πόδια (δεν πρόλαβαν να βουλιάξουν τα πέλματά τους στην υγρή άμμο)
Πώς είναι να ξυπνάς και να κοιμάσαι σε μια πόλη βρώμικη και παραμελημένη;
Συμβουλές (οι): σαν ετοιμόρροπα κτήρια έτοιμα προς κατεδάφιση
Μηχανικοί άνθρωποι –με άκρα από σάρκα και οστά– σου δίνουν την αίσθηση πως θέλουν να πετάξουν από πάνω τους κάθε έγνοια (σφίγγουν τις γροθιές τους κρατώντας το βλέμμα χαμηλό: ίσως η γη τους λυπηθεί, ανοίξει το στόμα της και καταπιεί τη μορφή τους (μαζί με τις έννοιες τους)
[Το επόμενο χρώμα θα είναι το «κλουβί»]
Η σοφία έχει θρονιαστεί στα πεσμένα στήθη της γηραιάς συνήθειας
(Τελευταία φορά που εθεάθη η δικαιοσύνη φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά οράσεως)
Ένας ανυπόμονος κόσμος τρέχει να κόψει το νήμα
Αγριεμένες οι λέξεις προσπαθούν να σκαρφαλώσουν στο στόμα (όσο προσπαθούν τόσο γαντζώνονται –σαν γατιά– από τα φθαρμένα ρούχα της καθημερινότητας)
Με άδειες κοιλιές στέκουμε με σαρκασμό απέναντι στο τέρας της σήψης
Οι άθλ(ι)οι των βατόμουρων
Πλέκουμε τα χέρια μας και προσευχόμαστε προς ένδειξη διαμαρτυρίας για το άγνωστο
Φέτος θα φορεθεί πολύ το αδιάφορο –πλην– νοικοκυρεμένο ύφος
Από τα καμένα πρόσωπα των ζώων στάζει το πύον της κοινωνίας, της υποταγής και της ανοχής μας στην ασθένεια της υπεροχής
Μια χούφτα αμύγδαλα ανταμείβει τα παγωμένα δάχτυλα
Οι τοίχοι της πόλης βαραίνουν από θλίψη και μονοτονία
Ο ιός της αμφιβολίας μεταλλάχθηκε σε ιό της απραξίας
Οι ανάσες των αστέγων θαμπώνουν τα τζάμια της βιτρίνας
Βουβά σχήματα παραπέμπουν σε πίνακα ελέγχου
Ιδρωμένες μασχάλες, ζεστό σπέρμα, μυοκτονίες, αποφράξεις αποχετεύσεων, υγρά, λιπαρά, στερεά κι αέρια, υποδείξεις, μια πόλη από στρας και καθόλου υγεία
Αγκαλιασμένοι οι εραστές πνίγουν στο σκοτάδι την αηδία της καθημερινότητας
Οι εκκρεμότητες θα παραμείνουν εκκρεμότητες
Αποξενωμένα κορμιά αποζητούν τρυφερότητα εξουσιάζοντας το ένα το άλλο μέχρι τελικής πτώσης
(είναι ο έρωτας η αρχή και το τέλος στη ζωή ενός ανθρώπου; Και πότε κάποιος αρχίζει ή τελειώνει τη ζωή του;)
Σπαρμένοι οι δρόμοι με κύκλους, τρίγωνα αμφισβητήσεις, κλοπές
(ανέκαθεν το αγοραστικό κοινό απέφερε κέρδος: και δυστυχία)
(Δι)εκδικείστε τη ζωή
Με θεωρίες και ευαγγέλια δανείζουμε τα φονικά μας όπλα (με τις ευλογίες και την αρωγή του ίδιου μήκους κύματος)
Στα δύο δωμάτια του διαμερίσματος αναπαύονται οι φλυαρίες των κατοίκων
Τις νύχτες καραδοκούν οι εφιάλτες των παιδικών μας χρόνων
Αμφιταλάντευση μεταξύ πραγματικότητας και άρνησης
Εκεί που τελειώνει το όραμα αρχίζει η εξουσία
15 Ιανουαρίου 2021

Leave a comment