Μανιφέστα φιέστα φυσητήρες ορίζοντας πύρινη φλόγα ήλιος δέντρα καπνός τρεχάλα παιδιά όραμα γερασμένοι μιλούν για πρόοδο λέξεις δυσνόητες φωνές ίδιες οι φωνές σαν να ηχογραφήθηκαν στο ίδιο στούντιο μα πώς μοιάζουν έτσι οι φωνές άντε τώρα να τους αναγνωρίσεις ίδια η χροιά σαν φλούδια πασατέμπου ψηλά ο ουρανός κάτω εμείς κοπάδια έτοιμοι για σφαγή δεν υπάρχει τίποτα το μεταφυσικό υπάρχουμε εμείς κι οι γύρω μας δεσμεύσαμε επ’ αόριστον τις μέρες μας γιατί κανείς δεν είχε την καλοσύνη να μας εξηγήσει μόνοι μας θα ψάξουμε θα αναζητήσουμε θα βρούμε κι αν δε βρούμε πίσω δε θα γυρίσουμε κοίτα μπροστά κοίτα πώς διαλύονται οι πύργοι στη άμμο πώς χάνονται τα πρόσωπα οι εικόνες οι έννοιες γέμισαν τα πνευμόνια μας καθαρό αέρα επιτέλους είμαστε ελεύθεροι η θάλασσα η πραγματική μας μήτρα ο ουρανός δίνει το χέρι του στη γη και την στηρίζει το χώμα ξεράθηκε στις γλάστρες ξεράθηκαν και τα φυτά λίπασμα όλα όλοι γίναμε λίπασμα τα ξεραμένα φύλλα αναδύουν μια μυρωδιά σχεδόν μεθυστική αναδύουν τη μυρωδιά των πρότερων χυμών αναδύουν ζωή που ξεπέρασε το όριο της αποκάλυψης αποκαλύψου νερό βαρετές διαδικτυακές συνομιλίες βαρετές αφόρητες και οι συζητήσεις τετ α τετ όταν δεν έχεις τι να πεις μα πώς γίνεται να μην έχεις κάτι να πεις ξανασκέψου το σίγουρα δεν υπάρχει κάτι να πούμε εκτός των θεμάτων που αφορούν διαφημίσεις οι διαφημίσεις δεν αφορούν τον άνθρωπο αλλά κάτι που φέρεται ως άνθρωπος λεφτά πεταμένα σε οδοντόκρεμες λεύκανσης οτιδήποτε που θα σταματήσει τη φυσική γήρανση ξέρεις μια από τις εγκληματικές εκφάνσεις του ανθρώπου είναι η γήρανση του μυαλού του δεν μπορεί να σκεφτεί τον φόβισαν από μικρό και τώρα κοιτά μια πάνω μια κάτω στρίβει το κεφάλι του μια δεξιά μια αριστερά ψάχνοντας να δει τι του κρύβουν και πάλι δεν βλέπει στερητικό σύνδρομο ξεβολέματος κάποιος να τους προσέχει κόβουν στα παιδιά τα χέρια να μην αγγίζουν τα χαστουκίζουν με λέξεις και ιστορίες για ιερά τέρατα και τοποθεσίες κι εσύ βλέπεις την ομορφιά του χάους το σύμπαν το πρώτο φως των ματιών σου που δεν έχει όνομα ημερομηνία χρονιά έχει μόνο τη στιγμή της αφής με το φως με τον πόνο λείπει ο έρωτας σε πολλούς η ελευθερία να ερωτεύονται όπου κι όπως επιθυμούν κράτα την ανάσα σου η ανάσα κλέβει την ομορφιά της ζωής καταλήξανε τα κτήρια να είναι πιο σημαντικά από τους ανθρώπους πληρώνεις για ένα ακίνητο όλη σου τη ζωή δωροδοκείς θεούς εξορκίζεις δαίμονες μα ποτέ δε θα δεχτείς να πληρώσεις έστω μια φορά για τη χαρά του άλλου να σαν τη συντροφικότητα που νιώθεις για κάποιον άγνωστο εντελώς άγνωστο μα το βράδυ αγκαλιάζεις τους φόβους του μαζί με τους δικούς σου κι έτσι κοιμάσαι πιο ήρεμα φτάνει με την καταμέτρηση αριθμών και πράξεων μια πράξη ολοκληρώνεται με το τέλος μας η σκέψη αδυνατεί να παρακολουθήσει τους αρμόδιους και την ηθική τους ξαφνικά η ηθική κυκλοφορεί με κοντά παντελονάκια κι αυτό ερεθίσει τους ανόητους της κωπηλασίας οι τιμωρίες και οι απειλές αποτελούν τα κύρια συστατικά της ενοχικής κουλτούρας πού τρέχουμε γιατί τρέχουμε μας τύλιξαν με τα σκοινιά των υποχρεώσεων απέναντι στο κενό πριν το τέλος θα ελέγξουν το ποιόν μας θα ρωτηθούμε γιατί και πώς αφήσαμε εκκρεμότητες στην πλήρωση ενός ένδοξου παρελθόντος θα κριθούμε για τη μη συνεισφορά μας στη διαδοχή των κατάλοιπων μπαζωμένα όνειρα και μελοδραματισμοί κορώνες γράμματα αψιμαχίες πεζοδρομίου για μια θέση στο πάρκινγκ έβαλες φαγητό στις γάτες μην ανησυχείς θα βρούμε την άκρη αλλά και σε τι μας χρειάζεται η άκρη και από ποιο σημείο να πιάσω την άκρη υπάρχει το τώρα οι άνθρωποι αφηνιάζουν με το τώρα δοκιμάζουν τις αντοχές τους στο πεπερασμένο ή στις ευλογίες του προκαθήμενου δυνάστη ενώ – σχεδόν – ποτέ δε δοκιμάζουν την αλήθεια από φόβο μη τη συνηθίσουν δεν είμαστε μόνο κρέας είμαστε κάτι παραπάνω ακόμα κι όταν δε φαινόμαστε αέρας ήλιος θάλασσα χώρος πουθενά έχουν κάνει κράτηση αποβραδίς δεν αποχωρίζονται ούτε για μισή μέρα τις συνήθειες μιας ζωής δε χαμογελούν ναι χωρίς λόγο απλά επειδή πέρασε από μπροστά τους μια καρακάξα ίσως να μην την είδαν το πιθανότερο είναι να μην την πρόσεξαν οι σκέψεις τους αναλίσκονται σε πιο λεία πράγματα και καταστάσεις όπως να βρουν ελεύθερη ξαπλώστρα ή ελεύθερο δωμάτιο χαμογελώ στη σκέψη πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να προσδιορίσουμε την κατάσταση ενός αντικειμένου αντί ενός υποκειμένου σπάνια θα ακούσεις να τοποθετούν τη λέξη ελευθερία δίπλα από μια γυναίκα ή έναν άντρα ή ένα παιδί ή ακόμη σε ένα όνειρο ακόμη και στα όνειρα θεωρούν πως τα προδίδουν εάν τα ελευθερώσουν μήπως τους τα κλέψουν η εξυπνότερη εφεύρεση είναι η παγκόσμια μέρα κολλάς μια παγκόσμια μέρα σε κάθε δεινό και ξεμπερδεύεις ή σε κάτι πιο εκλεπτυσμένο όπως παγκόσμια μέρα πατέρα καταμετρηθήκαμε όλοι μέχρι εκείνη την παγκόσμια μέρα και συμφωνήσαμε να αποδεχτούμε άλλο ένα παιχνίδι στη μίζερη ζωή μας να φωτογραφηθούμε να ανταλλάξουμε ευχές να δυναμώσουμε ως όντα να καταστρέψουμε την αυθόρμητη ματιά να κλάψουμε ή να γελάσουμε με το καταρχήν υπόδειγμα συγκλίνουσας συμπεριφοράς μη γράφεις με το αριστερό χέρι βλασφημείς το θεό να βρεις δουλειά να πιάνεσαι κορόιδο μη τα θες όλα δικά σου να είχες μυαλό να σπούδαζες να πας διακοπές νιώσε σα βασιλιάς φάε πιες πήδα από τη βαρεμάρα πάνω στους απλωμένους θρήνους μια πόζα φυσική μια αναποδιά βρεθήκαμε στο λίγο πιο πριν και στο λίγο πιο μετά ταξίδεψέ με σε μέρη παρθένα κάθε φορά που περπατάμε ξυπόλητοι ένα ποίημα γεννιέται διάλογοι χωρίς αντίκρισμα εντυπωσιασμοί στο γόνατο υπερβολική παραγωγή δακρύων δραματοποιημένα σενάρια προεπιστημονικής απαρτίας τριζόνια μια γάτα έτρεξε στο απέναντι πεζοδρόμιο τα αδέσποτα δεν έρχονται σε επαφή με τους ανθρωπο(υπο)νόμους βαριές απειλές οδόστρωμα η καρδιά γλιστράει σα γλώσσα τρέμει από οργή κι αγάπη μαζί βυθίζεται στο χάος μαζεύει εικόνες μαζεύει ήχους μαζεύει όσα δεν της προσφέρθηκαν αφήνει τη φωλιά και βγαίνει για κυνήγι στο ατέρμονο σκοτάδι μόνη συντροφιά οι λάμπες του δρόμου και τα μάτια της γάτας τα μάτια της τα αυτιά της η μύτη της όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση σε ένα κουτί από μπισκότα θάψανε τις αναμνήσεις γιατί οι άνθρωποι γεννιούνται γερασμένοι κι αποκομμένοι από τον εαυτό τους γουρλώνουν τα μάτια μπροστά σε κάθε είδηση θανάτου λες κι ο θάνατος δεν αφορά το είδος μας επιδεικνύουν όμως μεγάλη ψυχραιμία στο άκουσμα θανάτου εκατομμυρίων ανθρώπων λυγίζουν στη σκέψη πως μια μέρα θα φύγουν όπως ήρθαν γυμνοί χωρίς περιουσία trade mark συνειδήσεις μια γάτα ψάχνει στα σκουπίδια την τροφή που θα τη σώσει για μια ακόμη μέρα από την τυραννία της ασιτίας πόσο αδύνατες μοιάζουν οι αδέσποτες γάτες συγκριτικά με τις δεσποζόμενες πόσο δυστυχισμένα μοιάζουν τα παιδιά ειδικά εκείνα που ζουν κάτω από το αυστηρό βλέμμα των μισόλογων και των ασυναρτησιών των μεγάλων σοφών πόσο ευτυχισμένα δείχνουν όταν κάποιος ενδιαφερθεί για τις ανάγκες τους εκτός των υλικών θέλω να πω για εκείνα τα παιδιά που δεν έχουν ζήσει μια μέρα ανεμελιάς κανείς δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθούν οι φόβοι αυτών των παιδιών ο κόσμος βάλθηκε να παίξει σε ένα παιχνίδι άνευ όρων ανέβηκε στο τρενάκι του τρόμου άφησε το άνθος της γνώσης να μαραθεί και τώρα τρέφεται με σκουπίδια και ούτε που δίνει σημασία στις γάτες στα παιδιά που λιμοκτονούν ούτε που παρά ρίχνει τη ματιά του σε όλο και πιο στατικές εικόνες σαν να τρομάζει εκεί πάνω στο τρενάκι του τρόμου μα ούτε και κατεβαίνει από αυτό παρά βυθίζεται στους ρόλους που θέλουν τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν από τα άλλα είδη να ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους να ξεχωρίζουν από τον ίδιο τους τον εαυτό παλεύουν χωρίς κίνητρο σε μάθανε να παίζεις στα τυφλά ποδοπατάς τη ζωή ξύπνα επιτέλους ηλίθιοι εναντίον βλαμμένων παρακαλώ προχωρήστε λίγο θα φάμε όλη τη μέρα στο περίμενε η άνοιξη φέτος θα φορεθεί πολύ μα ο κύριος τάδε είπε πως η άνοιξη δεν θα μας επισκεφθεί ειδικά για φέτος και γενικά για το επόμενο διάστημα των χιλίων χρόνων λέτε να αληθεύει μια τέτοια φήμη ε και γιατί δεν φτιάχνουμε από μία άνοιξη ο καθένας κι όταν τη βαρεθούμε τη δίνουμε και στους άλλους αν όμως δεν μας την επιστρέψουν θα είναι πλήγμα στην πορεία μας κοιτάνε τις σημειώσεις τους να ελέγξουν μήπως και ξεχάστηκε ένας τόνος στο πολυτονικό ή στο μονοτονικό σύστημα ας μας απαντήσει κάποιος στην παρακάτω ερώτηση τι θέλεις άνθρωπέ μου μη φεύγεις δε σε ρώτησα για να σε προσβάλλω το αντίθετο γιατί υπάρχουν τόσες λέξεις αφού δεν μπορούμε να ξεστομίσουμε αυτές που σκεφτόμαστε να τις γράψουμε μα και πάλι μήπως να σιωπήσουμε τις λέξεις σαν αλλαγή να τις κλείσουμε σε ένα υπόγειο και να τις βγάζουμε στο φως λίγες ώρες τη μέρα κουραστήκαμε από τις φιλολογίες ζητάνε πράξεις ποιοι οι άπρακτοι οι κολλημένοι στη θεωρία τι χώρο να πιάνει ένας εγκέφαλος γεμάτος θεωρία θα εκραγεί μην τους κοιτάς ποτέ στα μάτια δε σε βλέπουν είναι υπνωτισμένοι με κάποιο μαγικό φίλτρο που τους έδωσαν ένα βράδυ που ο ύπνος δεν τους κόλλαγε κι από τότε δεν ξαναξύπνησαν κοιμόντουσαν και την ώρα που πέφτανε για ύπνο και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους δεν άκουγαν το κουδούνι του συναγερμού καταστολή μόνιμη καταστολή πλύση εγκεφάλου φτερωτές γοργόνες σκύλοι με φακούς επαφής χελώνες περπατούν στα δυο τους πόδια κουνώντας την ουρά τους χαλάζι πέφτει στη γη πονώντας το κουρασμένο κορμί της σαύρες σαμιαμίδια οχιές και σαΐτες καλωσορίζουν τις συμπαθείς μορφές της νύχτας νυχτερίδες αγκαλιάζουν με τα φτερά τους τα μικρά τους αφηγώντας τους νοσταλγικές ιστορίες από έναν ανύπαρκτο ιδεατό κόσμο ένα χαλίκι δυσκολεύει το βάδισμά σου μια σκέψη αρπάζεται από τα μαλλιά της νύχτας αμείλικτοι επώνυμοι υποστηρίζουν τυχοδιώκτες δυσαρεστημένοι επισκέπτες μια κολοκύθα σού χαμογελά μέσα από το διάφανο στόμα η θάλασσα λίγο πριν τη δύση μοιάζει με πελώρια λεκάνη πλύνε τα χέρια και τα πόδια σου ύστερα βρέξε τα μαλλιά σου να βουτάς το κεφάλι σου μέσα στη θάλασσα για να έρχεσαι πιο κοντά στην αλήθεια κάψανε τα πέλματά τους οι συνήγοροι του τίποτα βάδιζαν για ώρες στις στέπες της αποκλήρωσης θα μας πούνε πάλι ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια τότε που όλα ήταν αθώα εκτός από τον άνθρωπο ευνουχισμένα καλούπια βιδωμένα παγκάκια μην αλλάζετε θέση θα μπερδευτούμε καθίστε εκεί που σας έβαλαν προσφέρετε λίγο από το λικέρ της καταχνιάς στους καλεσμένους μυρίστε την αγριελιά κάτω από το στρώμα κρύβανε λεφτά τους βρήκανε παγωμένους στα χέρια τους κρατούσαν σφιχτά τα χαρτονομίσματα της δειλίας τους κάντε παιδιά λένε κι ας υποφέρουν σε κάθε παιδί αντιστοιχεί κι από ένας άγγελος πεθαίνει το παιδί ο άγγελος ποτέ κανονίζει τις επόμενες διακοπές του φιλάργυροι προσωποφάγοι μοιραίες κατακτήσεις σαλπάρουν το ξημέρωμα για το φριχτό τους δωμάτιο με ένα λόγο στο στόμα όλοι προσκαλούν την αγέλη σε νέες περιπέτειες ξέφτισε η γνώση κιτρίνισαν τα νύχια από τη νικοτίνη στραπατσαρισμένες συνειδήσεις εξουσίες παίζουν τη μακριά γαϊδούρα κι αύριο μέρα είναι ας απολαύσουμε τη μοναξιά μας χανόμαστε μες στο πλήθος αναζητώντας τη χαμένη γη κοντύναν τα δάχτυλά μας και δεν μπορούν να αγγίξουν τον ουρανό και ποιος χρειάζεται δάχτυλα για να αγγίξει το άπιαστο
12 Ιουλίου 2020
Σημείωση: Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΤΕΦΛΟΝ στο τεύχος Νο 24 Χειμώνας – Άνοιξη 2021

Leave a comment