Ροδοκαμμένος ανθός στο φως του κολυμβητή ήλιου
τυλιγμένος σε ίνες δροσισμένης νότας
Αντέχεις να ανασαίνεις τόση ομορφιά;
Τραγούδησέ μου όπως εσύ το καταλαβαίνεις: με τους στ(ή)χους της σκεπαστής ματιάς σου
Διώξε από μέσα τον τροχοφόρο ύμνο του αξέχαστου καλοκαιριού
Καλοκαίριασε και δεν το κατάλαβες: ακόμη ξεχωρίζεις τα άνθη από τα αμπέλια
Στάλιασε η μπόρα για να σ’ αφήσει να περάσεις: ν’ αποκοιμηθείς για λίγο σε γυναικείους μηρούς σαν το παιδί που αρπάζεται απ’ τη ματιά της μάνας
Κρέμασε το καπέλο: κι αύριο μέρα είναι (αν θα ναι η δικιά σου δεν το γνωρίζω)
Μαντεύω μόνο σημεία του καιρού: όταν σου φέρνω χαμόγελα θλιμμένα κι άστρα σαν κάστρα –με τείχη θηρία– σμιλεμένα με της αυγής το βέλος
Κοίτα μια στιγμή εδώ κάτω
Αντέχεις να κοιμίσεις τόση ομορφιά;
Κοάζουν οι βάτραχοι καμαρωτοί. Φουσκώνουν στα νούφαρα οι φλέβες
Βόστρυχοι αγκαλιάζουν στοργικά, νωχελικά κορμιά: ατέρμονο σημάδι βιώσιμης φωτιάς
Αδέσποτη η χαρά όσων αγαπήσαν για να μην περάσουν τη νύχτα τους μονάχοι
Το πρωινό πλαισιώνεται με της βραδιάς τα αλησμόνητα μονοπάτια
Πιο κει, μια ανάμνηση πετάει πάνω από τα σαστισμένα μάγουλα με τις βαθιές αυλές: σε αυτή τη χαράδρα θα στριμωχτούν της θύμησης τα νιάτα (γύρω από μια καρέκλα θα κουβεντιάζουν της φυγής την πιο όμορφη ώρα)
Τα άνθη θα περαστούν σε μια κλωστή ασημένια (φεγγαρόλουστη): θα φορέσουν μεμιάς το ροδοκαμμένο στεφάνι σε ξέπλεκα μαλλιά (πριν έρθει ο ήλιος και κάψει τα άνθη με την ανάσα του)
Όμορφα είναι εδώ: το μισό του ήλιου πλάι στο μισό του φεγγαριού. Το μισό της νύχτας
πλάι στο μισό της μέρας
Μοσχάνθησε ο ροδοκαμμένος ανθός
Η ασημένια κλωστή λύθηκε και έπεσε χάμω στη γη
Ρυάκια με νερά χουρχουρίζουν ευχαριστημένα, τρέχουν χωρίς προορισμό δροσίζοντας τη γη και τους ανθούς της. Ύστερα ξεκουράζονται στα μάτια αγγελοκρουσμένων θνητών
Αντέχεις να ταράξεις τόση ομορφιά;
Μια μελωδία σπάει το μονότονο ήχο του ρυακιού
Ένα στόμα που από μέσα του πηγάζουνε νότες
Μείνει για λίγο να ακούσεις αυτό που σου προσφέρει η ματιά
Μπαλόνια από βαμβάκι –που μόλις αποκόπηκε απ’ το μίσχο– ανηφορίζουν προς τον ουρανό να τον στολίσουν με σύννεφα. Σα μαγνήτης τα τραβά η ήσυχη μουσική του χάους
Σα μαγνήτης τραβά και το μέταλλο της μουσικής να ανέβει προς τα εκεί που δεν ενοχλούν οι ήχοι κι οι στίχοι μιας ωδής προς τον αθέατο άνθρωπο
Τα νούφαρα σάλεψαν ελαφρά σαν ένα αεράκι να ξύπνησε το ήρεμο ταξίδι τους
Ταξίδι μες στο ταξίδι της μορφής σου
Να, κοίτα, γλυκοταράχτηκαν τα ύδατα σαν κάποιος να τα ακούμπησε με τα μικρά του πόδια
Να, τώρα πηδάει από το ‘να νούφαρο στο άλλο με τη διαβολεμένη ταχύτητα ενός κολιμπρί
Σαγηνεύεται ο ανθός της νύχτας από την ερωτική διέγερση της οπτασίας με τα μακριά πόδια
Ύπνος δεν κολλάει απόψε το πλάσμα της απύθμενης υπαρξιακής συνείδησης
Καλωσορίζει με ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο την αμπαλάριστη ψιλόλιγνη σιλουέτα με το εκτόπισμα ενός κομψού ερωδιού
Αντέχεις να μην πετάξεις μαζί τους;
Η προσφορά της ξελαρυγγιασμένης μελωδίας των κοασμάτων, ζήτησε ως ανταπόκριση μια τρίχα ασημένια από τα μαλλιά του φεγγαριού
Θα την χρησιμοποιήσουν για τριχιά να τραβάνε κατά πάνω τους το όνειρο της νύχτας:
μη ξεστρατίσει για άλλους τόπους (γνωστούς σε μας)
Ένα ασημένιο τρίχινο δοξάρι σε παροτρύνει να συνθέσεις
Έχει δρόμο ακόμη για τη θάλασσα της νιότης
Έχει να διαβεί πλουμιστά ξεκρέμαστα ροδοκαμμένα άνθη (μια αλυσίδα από φώτα φωτιάς)
Έχει να (σου) μάθει τη σχολαστική ανεμελιά της παρατεταμένης βροχής, φερμένης από τ’ απόνερα των πουλιών στα ζωηρά νούφαρα
Μη δεις αν δεν ακούσεις τον ήχο του κουδουνίσματος στον αέρα
Μην κολυμπήσεις στα απόνερα των πουλιών: θα σε μαστιγώσει η ασημένια τριχιά, η τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά του φεγγαριού
Μην πεις αν δεν ακούσεις τον αθέατο άνθρωπο να τραγουδά
Μην αρνηθείς πως δεν είδες τίποτα
Μην σταματήσεις αν δεν ακούσεις τον απόηχο του στραγγαλισμού της ανίας
Έχεις δρόμο ακόμη για τη θάλασσα της νιότης
2 Οκτωβρίου 2017

Leave a comment