Ένα τσαμπί πεταλούδες στέκει σαν άφωτο πολύφωτο στη μέση ενός δωματίου. Ο τοίχος μοιάζει φρεσκοβαμμένος. Μια μοκέτα στο χρώμα της άμμου ζεσταίνει το κρύο πάτωμα. Διακρίνονται οι ανάγλυφοι κόμποι στο χρώμα της άμμου: σε κάθε κόμπο αναλογεί κι από μια ιστορία. Το χρώμα της άμμου φωτίζει όσα δε φωτίζει το πολύφωτο με τις πεταλούδες. Οι πεταλούδες θέλουν να ξεφύγουν από την απόλυτη ακινησία και να ξεμουδιάσουν τα φτερά τους. Να προσγειωθούν πάνω στη μοκέτα και να χρωματίσουν το χώρο με τα πολύχρωμα φτερά τους. Μια σκιά έρχεται να προστεθεί στο σκηνικό: μια μαύρη γάτα –που φέρνει περισσότερο σε σκίτσο παρά σε αληθινή– κρεμιέται από το τσαμπί προστατευμένη από τον άνθρωπο που την κυνηγά να την απομακρύνει για να μη λερώσει το χώρο (με τι θα μπορούσε να λερώσει μια γάτα ένα άδειο δωμάτιο που πασχίζει να ζωντανέψει;).
Από το διπλανό χώρο ακούγονται ομιλίες: πιθανόν να υπάρχουν κι άλλα άδεια δωμάτια που περιμένουν να γεμίσουν με όνειρα.
Βήματα σέρνονται στους κόμπους της μοκέτας. Κάποιος επιπλήττει τη γάτα επειδή αψήφησε το νόμο της βαρύτητας και τώρα ίπταται στο άδειο δωμάτιο σαν Ταρζάν χωρίς σκοινί. Η ευχαρίστησή της είναι τέτοια που ξεχνά την επίπληξη και τρέχει –ή μάλλον πετά– στο τσαμπί με τις πεταλούδες. Κι εκείνες με τη σειρά τους ζωντανεύουν προσδίδοντας μια ακόμη νότα ζωής στο άδειο δωμάτιο. Για πολύ καιρό το δωμάτιο περίμενε να φιλοξενήσει τον άγνωστο επισκέπτη: κι όταν επιτέλους ήρθε του συστήθηκε ως μόνιμος κάτοικος αφαιρώντας του την αίσθηση φιλοξενίας οποιουδήποτε άλλου πλάσματος εκτός από τον ίδιο και τις ανάγκες του.
Ξάφνου η γάτα (αν ήταν γάτα) και οι πεταλούδες (αν ήταν πεταλούδες) χάθηκαν. Χάθηκαν όπως ήρθαν: σαν όνειρο. Ωστόσο, η σύντομη περιήγησή τους συνέχισε να ασκεί επιρροή και στο δωμάτιο και στα όνειρα. Όλα θέλανε να πιαστούν από κάπου. Ή να κρεμαστούν από κάπου. Ή να ταξιδέψουν σε ένα άδειο δωμάτιο και να το χρωματίσουν εμψυχώνοντάς το να συνεχίσει να ζει.
Τόσοι άνθρωποι κοιτάμε προς την ίδια κατεύθυνση μα την κρίσιμη στιγμή αναχωρούμε ο καθένας για το δικό του δωμάτιο. Να κλειστούμε με ανοιχτά τα παράθυρα και χλωμά τα πρόσωπα. Κι ο ήλιος; Αυτή η μανία καταδίωξης να κλείνουμε τα ανοιχτά παράθυρα για να μην σκονιστεί το άδειο δωμάτιο σού προκαλεί μια ακατάσχετη όρεξη να λεηλατήσεις το δωμάτιο πετώντας τα άχρηστα: κρατώντας μόνο εκείνα που δίνουν ζωή. Να τα ελευθερώσεις να μη στέκουν ανονείρευτα, δυσκίνητα κι αόρατα.
Μπαίνει φως στο άδειο δωμάτιο κι εσύ επιμένεις να μη (το) βλέπεις: το αποδοκιμάζεις, το σπαταλάς.
Η δύναμη προσδιορίζει το θάρρος. Για να είσαι θαρραλέος δεν απαιτείται να είσαι (και) δυνατός. Η στιγμή της κατ’ ιδίαν συζήτησης. «Κατ’ ιδίαν»: η φράση αυτή θα ξεχαστεί με τον καιρό γιατί απλά, δε θα γνωρίζουν τη σημασία της.
Σχεδόν όλοι μας αναζητάμε έναν καλύτερο κόσμο (το πώς θα επιτευχθεί εξαρτάται από μας).
Το απλό δεν είναι διόλου κατανοητό.
Άλλη μια μέρα βρίσκει την ανθρωπότητα απελπισμένη να μάχεται εχθρούς: διεκδικούν το αδιάφθορο παρόν της.
Ο εχθρός παραμένει άγνωστος, προσφιλής κι αδιάφορος.
Άλλη μια μέρα βρίσκει την ανθρωπότητα να διεκδικεί το απλό μα διόλου κατανοητό: να διεκδικεί ή να εκδικείται;
Άλλη μια μέρα εισέρχεται στη νύχτα. Άλλη μια νύχτα εισέρχεται στη μέρα.
Κοιτάμε τον ίδιο ουρανό: μα δε βλέπουμε όλοι την ομορφιά του.
Ακούς τον κόσμο που σιωπά
Βάζεις τα όνειρα μπροστά
Το φόβο τρέπεις σε φυγή
Η νύχτα γίνεται μάνα κι αδελφή
Ένα τσαμπί με πεταλούδες
Μαύρες γάτες μες στις κλούβες
Φωτίζει η μέρα τα στερνά
Λύνεις κόμπους, σπας δεσμά
19 Σεπτεμβρίου 2017

Leave a comment