Παραμέλησες τους νόες
Αφόρισες ψυχές αθώες
Στην αυλή τρώνε, πίνουν
κι από τον θρήνο τον πολύ
τα κουκούτσια καταπίνουν
Τραβάς τις ρίζες των μαλλιών
για όλες τις πίκρες των θνητών
Ξορκίζεις κόμπους με θυμιατά
Σκαλίζεις όρους σε συμβόλαια
Ψέμα κι ανάγκη αντικρυστά
Στα επίκαιρα ένα όνομα ζητάς
στης ανωνυμίας τα ψιλά περνάς
Μεσουρανούν ψίθυροι σε βουβή ύλη
Διαγράφουν ιστορίες τρελών
Ατελείς μάχες, στείροι θρύλοι
Έχεις τα χέρια σου δεμένα
και τα πόδια σου λυμένα
το σκυλί για να κλωτσάς
Πώς τα φέρνει η τύχη όμως
το κεφάλι σου το ψάχνει ο τορβάς
Ήσουνα υπόδειγμα πιστού
νοικοκύρη ξακουστού
Δεν έκλεβες το διπλανό
πρωτοστάτης στις γιορτές
κι ό,τι άρπαζες ήταν δανεικό
Άνθρωπε της υπερβολής
της αιώνιας φυλακής
δίνεις, παίρνεις με υπογραφές
Για μια ζωή που δεν τη ζεις
στήνεσαι σε μόνιμες ουρές
Θες να μοιάσεις σε βασιλιάδες
να ‘χεις μαστίγια και γιακάδες
Μορφώνεσαι ν’ αλλάξεις τρόπους:
πριν σε χτυπήσουν να χτυπήσεις
Η ελευθερία μορφώνει τους ανθρώπους
Ποια χώρα σε κάνει τίμιο, εργατικό
βλάσφημο, κακοποιό, ονειροπόλο;
Η ορατή μας ψυχή με τα είκοσι δαχτυλίδια
τρέχει πάνω στα κύματα, αφρίζει, παραπατάει
σηκώνεται, γράφει με του μυαλού μας τα μολύβια
Τι πάθαμε όλοι;
Σαν να περπατάμε στη φορμόλη
«Έσω έτοιμος» ο φίλος δηλώνει
Κάποιος φωνάζει: «Βοήθεια!»
κοιτά την τρύπια του ψυχή και την τσέπη του μπαλώνει
20 Ιουλίου 2017

Leave a comment