Δυο φεγγάρια μάτια κοιτούν απορημένα το καινούριο τοπίο και ρωτούν: πού πήγαν οι άνθρωποι με τα ψηλά καπέλα;
Δυο χέρια χαιρετούν τον ουρανό (ανοίγουν παρένθεση να πέσουν μέσα τα όνειρα κι οι ελπίδες του κόσμου)
Ένα σώμα φωτιάς κατευθύνεται στα ανθισμένα κοιμητήρια του πελάγους
Ένα πεινασμένο παιδί αρπάζει το ψωμί από ένα άλλο για να το μοιραστεί με τα αδέρφια του. Έμενε σιωπηλό για μέρες, απομονωμένο σε μια γωνιά: μα πάλι ονειρευόταν κι έδειχνε διπλά ευτυχισμένο όταν του πρόσφεραν μια χούφτα ξηρούς καρπούς και μια αγκαλιά (ίσως αυτή η αγκαλιά να είναι η δυναμική που αναζητά ο κόσμος). Να το πάλι το παιδί: με ηλικιωμένη / κουρασμένη ψυχή τρέχει πίσω στις παρυφές των παραμυθιών: ψάχνει να βρει ένα δέντρο και να ξαποστάσει. Δε γνωρίζει από πού ήρθε, δεν αναγνωρίζει πρόσωπα: του είναι άγνωστα κι ασήμαντα (όπως όλα σχεδόν).
Όμορφα τα ρούχα που φοράς μα πιο όμορφο το χαμόγελό σου: αυθόρμητο, ανεπιτήδευτο. Ομορφότερο το κλάμα σου: θαρρείς πως δε σε βλέπουν τις ώρες που πονάς και στέκεις με σφιγμένα τα χείλη.
[Πάτα επί πτωμάτων για να ζήσεις: ό,τι πιο οξύμωρο έχει ακουστεί. Πώς να ζήσεις όταν πατάς πάνω στο θάνατο;]
Δυο φλόγες ζεσταίνουν τον παγωμένο αέρα (που κατεβαίνει με δυσκολία στα πνευμόνια μας). Ήρθαμε απρόσκλητοι σε μια γη αφιλόξενη: χρέος μας να την αγαπήσουμε και να την κατακτήσουμε σαν εραστές.
Δυο χέρια το ένα μέσα στο άλλο: η φλόγα που εκπέμπει η ψυχή
Σα μωρά που αναζητούν τη μάνα τους: τρέχουν να βρουν ελπίδα. Σαν ερωτευμένοι στο πρώτο ραντεβού: τρέχουν προς την ελπίδα. Σαν απελπισμένοι που το τρένο έρχεται καταπάνω τους: τρέχουν για να γλιτώσουν.
Ο κόσμος αντιστέκεται. Πονά. Φωνάζει. Ο κόσμος είναι δύναμη. Είναι θάνατος. Είναι ζωή.
Έχεις προσέξει πως η βροχή ομορφαίνει τα τζάμια των σπιτιών μας όταν τα επισκέπτεται; Λυπάμαι όταν φεύγει η θολή εικόνα: είναι μια συντροφιά μες στη μοναξιά (μας). Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι δε συμπαθούν τη βροχή: πώς να μη συμπαθήσεις τα δάκρυά μας;
21 Νοεμβρίου 2016

Leave a comment