Το ον φοβισμένο έβαλε σ΄ ένα κουτί τα όνειρά του και τα πρόσφερε στο δεσμοφύλακα. Ύστερα, προθυμοποιήθηκε να φορέσει τις αλυσίδες του. Τώρα στέκει στην άκρη του τοίχου τιμωρημένο αγνοώντας την αιτία της τιμωρίας του (προστατευμένο μέσα στις αλυσίδες του τρέμοντας στην ιδέα μήπως έρθουν και το ελευθερώσουν).
Το ον κοιτούσε μια το κουτί (με τα όνειρα), μια τις αλυσίδες. Πέρασαν ώρες μέχρι που οι άκρες των ματιών του άρχισαν να αλλάζουν σχήμα: στρογγύλεψαν, πήραν το σχήμα των κρίκων των αλυσίδων του. Τα όνειρά του έφταναν μέχρι τις αλυσίδες του (ή μήπως οι αλυσίδες του ήταν (και) τα όνειρά του;).
Κρίκος και όνειρο.
Η σιγουριά του κρίκου. Η παραμικρή ανασφάλεια της ρήξης με τους υπόλοιπους κρίκους, η παραμικρή σχάση στον έναν, θα χαλούσε τη διατήρηση της αρχής / της ασφάλειας / της αυταπάτης μιας μακροχρόνιας λήθης απέναντι στον άγνωστο καμουφλαρισμένο κόσμο: έναν κόσμο για τον οποίο πείστηκε (από έναν ξένο) πως θα έχει την ευκαιρία να μάθει όταν θα είναι έτοιμο (άγνωστο το πότε θα είναι έτοιμο).
Κι όλο κοιτούσε το ρολόι. Κι η ώρα δεν ερχόταν: έχαναν και λίγα δευτερόλεπτα οι δείκτες.
Το ον επέρριπτε τις ευθύνες στους δείκτες του ρολογιού. Ποτέ στον ξένο. Ποτέ στο δεσμοφύλακα. Ποτέ στο ίδιο. Αναθεματισμένο ρολόι! Γιατί αργείς; Ο χρόνος λιγοστεύει.
Πώς θα μάθει το ον αν το περιμένει καλύτερη ζωή;
Πώς θα μάθει το ον αν το περιμένει ζωή γενικώς; Και αν το περιμένει ζωή ποιος θα του τη δώσει; Και έχει δικαίωμα στη ζωή;
Το κουτί με τα όνειρα αρχίζει τώρα να γεμίζει και με ερωτήματα.
Αρκετά! Με ποιο δικαίωμα θα ρωτά ένα ανίσχυρο, μικρό, με ασχημάτιστη αντίληψη ον, αν και πόσο θα ζήσει; Ερωτήσεις γενικής φύσεως μπορούν να υποβάλλουν μόνο όσοι αποκτούν ένα είδους οικειότητας με τον ξένο, εφόσον προηγουμένως έχουν περάσει μια σειρά από δοκιμασίες (όπως: εμπιστοσύνης, φιλίας, θυσίας, υποταγής, αφοσίωσης, και της σημαντικότερης όλων των δοκιμασιών: της ανιδιοτελούς αγάπης) με ικανοποιητικές επιδόσεις ώστε να σφραγιστεί η αμοιβαία σχέση μεταξύ τους. Μέσω της διαδικασίας των δοκιμασιών –και του επιτυχούς αποτελέσματος αυτών– θα ξεπεραστούν τυχόν επιφυλάξεις του ξένου προς το ον. Τα δύο μέλη αναπτύσσουν διαχρονική / πραγματική σχέση εξάρτησης που βασίζεται (φυσικά) στην ευγενική συνεισφορά των συναισθημάτων και των δύο: προσφέρει ό,τι έχει ο καθένας (τίμια συναλλαγή άνευ αποστροφών).
– Έχεις να προσθέσεις κάτι, ον;
Το ον ζωγραφίζει στο χώμα το περίγραμμα των κρίκων των αλυσίδων του. Όσο περιεργαζόταν το περίγραμμα τόσο το συνήθιζε. Δεν ήταν και τόσο τρομακτικό: το είχε κιόλας συνηθίσει. Θα αγόραζε καινούριο ρολόι. Αν οι δείκτες έδειχναν σωστά την ώρα μπορεί και να έφτανε η καλή ώρα (στην ώρα της).
Κοίταξε το άδειο κουτί. Τα όνειρά του έφταναν ως το ύψος των αλυσίδων του (ή μήπως, οι αλυσίδες ακουμπούσαν ως εκεί που το προκαλούσαν τα όνειρά του;).
Κοίταξε τον άδειο ορίζοντα.
«Οι μύτες των βουνών μπήκαν σε αυτή τη θέση για κάποιο λόγο» σκέφτηκε. «Για να ακουμπάνε τα σύννεφα και αυτά να σκάνε και να στέλνουν νερό στη γη.» Χαμογέλασε: από μέσα του.
Έτρεμε μήπως το ακούσουν να χαμογελά (μήπως έρθουν να το ελευθερώσουν).
13 Ιουλίου 2017

Leave a comment