(Έναυσμα μιας σκέψης μου: Το ψωμί της παιδείας πουλήθηκε για ένα οικόπεδο τετραγωνισμένης ελευθερίας εντός εντοιχισμένης αντίληψης).
Ο οραματιστής δεν ακολουθεί πρωτόκολλα και δικλείδες ασφαλείας. Η ομίχλη είναι η κουβέρτα, το πέπλο του οραματιστή. Σκεπάζει (δεν καλύπτει) το όραμα προφυλάσσοντας το από κακόβουλους σχολιασμούς και από αφίξεις συντηρητικών νόων.
Όραμα: άρωμα μενεξεδένιων τουλιπών κατρακυλά σε κυλιόμενες σκάλες τροφοδοτώντας την άκρη ενός άστοχου πίνακα. Τρέχουν οι εικόνες δίχως να αποσκοπούν ή να ευστοχούν στο προσδόκιμο.
Ομίχλη: η πόρτα του οραματιστή. Τι υπάρχει μέσα στην ομίχλη; Τι υπήρξε πριν τη δημιουργία της; Άσπρο σεντόνι που πάνω του κυλούν ηδονικά τα όνειρα / οι πόθοι / οι προσδόκιμες δοκιμές μιας ισχύουσας ανακατάταξης. Γλιστράνε τα όνειρα πάνω στο άσπρο σεντόνι σαν καραμέλα που ξέφυγε απ’ τον καθορισμένο δρόμο της γλώσσας προς έναν άλλο (κρυμμένο) με κατεύθυνση το λαιμό: να γλιστρήσει στην ψυχή και να τη γλυκάνει.
Η ένωση της οργής, η οργή της ένωσης, η ένωση της επανένωσης, η άνοση ένωση μιας απρογραμμάτιστης τέλεσης ενός μυστηρίου. Το μυστήριο αποτελεί το παράθυρο των στείρων / αφυδατωμένων ονείρων. Μόλις στάξει στο μυ της ψυχής το δάκρυ (αποδυναμωμένο, άτεχνο, δάκρυ συντέλειας της εισόδου προς το παράθυρο) αποκαλύπτεται το πέπλο της ομίχλης ορμώμενο από το χείμαρρο των δακρύων: κρύων δακρύων. Τα δάκρυα δεν καίνε: δροσίζουν (έως τη στιγμή που αναγκαστικά σε παγώνουν για να μη νιώθεις πια τον πόνο). Ένα αλμυρό παγοδρόμιο από ενοχικά στείρα όνειρα να πηγαινοέρχονται, να ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά / άτσαλα πάνω σε παγοπέδιλα από λιωμένο σίδερο (σφυρηλατημένο με επιμονή: σπίθα και λιώσιμο). Κάθε κτύπος στα σφυρηλατημένα όνειρα κι ένα στεφάνι φωτιάς: σαν τα πυρωμένα στεφάνια που πηδάνε ακροβάτες μέσα στο στόμα τους έτοιμα να υποδεχτούν τους ακροβάτες και τα σφυρηλατημένα τους όνειρα (τα δικά τους συν τα όνειρα των θεατών). Το κοινό εκστασιασμένο έβαλε σε εγρήγορση και τα δικά του όνειρα πυροδοτώντας –εν αγνοία του– την τέλεση του μυστηρίου. Το κοινό θα ήθελε να βρίσκεται στη θέση των ακροβατών. Οι ακροβάτες θα ήθελαν να διαιωνίσουν το απαράβατο των θεατών μυώντας τους στο επαρκές του ονείρου, της κίνησης και του άλματος. Να λυτρωθούν (θεατές και ακροβάτες) από τα δεσμά της βαρύτητας δραπετεύοντας από το ρεαλιστικό έδαφος. Ζεις σε ένα πραγματικό τεκμήριο: δανεικό στη ζωή σα ρούχο-πανοπλία (μανίκια δεν υπάρχουν, ούτε λαιμόκοψη) ένα ρούχο-φορτίο. Πετάς πρώτα το ρούχο-φορτίο μέσα στα στόματα των πύρινων στεφανιών (όπως είδες τους ακροβάτες να κάνουν στη σκηνή) κι ύστερα αποχωρίζεσαι το ρεαλιστικό σώμα. Πετάς κι ο ίδιος.
Το όραμα σκεπάζει: δεν καλύπτει. Αγαλλιάζει ελαφρύ σαν ομίχλη και βαρύ σα σίδερο: ρινίσματα σιδήρου σε ομιχλώδες τοπίο.
Κάτω από το σκέπασμα οι μενεξεδένιες τουλίπες συνθλίβουν το άοσμο άρωμα: σαν πύρινα στεφάνια στριφογυρίζουν λίγο πιο πάνω από το (ρεαλιστικό) έδαφος, λίγο πιο κάτω από την ομίχλη. Ο οραματιστής παραμένει σε αυτό ακριβώς το σημείο: έως το επόμενο ζωντανό όραμα. Ένα είναι το όραμα. Αν ήταν δύο θα μιλούσαμε για αριθμούς και συνομωσίες. Όσο κι αν προσπαθούμε να τεμαχίσουμε το όραμα, αυτό, με ένα σάλτο επιστρέφει σε αυτό ακριβώς το σημείο: λίγο πιο πάνω από το (ρεαλιστικό) έδαφος, λίγο πιο κάτω από την ομίχλη. Σαν ασπρόμαυρα βότσαλα του γιαλού που έρχονται σε συνάντηση-ανάμειξη με τα βότσαλα με τις πολύχρωμες πιτσιλιές ανακατεύουμε τα χνώτα μας παρασυρόμενοι από το κυματιστό τραγούδι του γιαλού. Ακούμε το ανταριασμένο νανούρισμα του αγέρα στην επιδερμίδα των φύλλων, στα τοιχώματα των φυλλωσιών, και γινόμαστε θεατές του αιώνιου σκανδαλιάρικου παιχνιδίσματος των δύο πρωταγωνιστών της ζωής: του φωτός και της σκιάς.
Μια πέτρα κείται στο χώμα. Παραδομένη πότε στον ήλιο, πότε στο φως της σελήνης, πότε στη βροχή, πότε στο σκέπασμα του χιονιού. Κείται στο όνειρο μιας ξαφνικής μπόρας. Πιο πέρα, ένας άνθρωπος σαλεύει το νου: όχι το κορμί. Χτυπάνε τα όνειρα σαν απρόσκλητοι επισκέπτες που έρχονται από μακριά (μα δε θα φιλοξενηθούν προσωρινά). Ο ερχομός τους σηματοδοτεί έναν παράλληλο σφετερισμό. Ήρθαν να αρπάξουν με τη βία αυτό που τους ανήκει: τη ζωή. Ήρθαν να κατοικοεδρεύσουν στην άστεγη νύχτα / στην ανασφάλιστη μέρα. Όσο και να θέτεις τα όνειρά σου σε κίνδυνο, δε θα βρεθεί ούτε ένας να τα ασφαλίσει. Ασφαλίζεις την περιουσία σου (αν και πρακτικά δεν έχεις τη φυσική δύναμη / δυνατότητα να ασφαλίσεις οτιδήποτε υλικό από τη στιγμή που –καθορισμένο από τη μοίρα του– θα λήξει), ασφαλίζεις τον εαυτό σου (τον υλικό). Διακατέχεσαι από την ειλικρινή υπεροψία –με μια δόση παρόρμησης– πως είσαι σε θέση να ασφαλίσεις και το άυλο (το πνεύμα, την ιδέα, το πνεύμα της συλλογικής ιδέας, την ιδεατή πνευματικότητα, την αθέατη πλευρά της θέασης τυμπανοκρουσίας στο άυλο παγοδρόμιο).
Προσκρούουν τα όνειρα στην ομίχλη, στο πυρωμένο σκέπασμα, στο στεφάνι με τις εστίες φωτιάς. Τα όνειρα νοούν όσα δε λέγονται. Η μια εστία φωτιάς πλάι στη άλλη: σαν απόρθητες πόρτες ενός διαλλακτικού οίκου (η μια εστία φωτιάς πλάι στην άλλη: σαν πυρωμένη ρόδα σε λούνα παρκ που δε σταματά να γυρίζει).
Ο οραματιστής δεν υπακούει σε πρωτόκολλα και δικλείδες ασφαλείας.
Τοποθετεί στην πυρωμένη ρόδα τα μενεξεδένια καθίσματα τουλίπας κι ως άλλος ακροβάτης ετοιμάζεται για το ταξίδι: ένα ταξίδι απεγκλωβισμένο από προορισμούς και ορκωμοσίες, αναλλοίωτο και στυγερό όπως το δίκαιο, απροσάρμοστο και δαιδαλώδες. Ένα ταξίδι αμνηστίας στα όνειρα των ανθρώπων. Ένα ταξίδι σε χώρες που μοιάζουν τόσο ρεαλιστικές όσο ρεαλιστικές θεωρούνται και οι ζωές ενός ανθρώπου που καλείται να προσαρμόζεται σε μια χώρα (υπαρκτή ή ανύπαρκτη) που δεν του αναγνωρίζει το δικαίωμα να ονειρεύεται.
(Κατάληξη άλλης μιας σκέψης: τα όρια ατύχησαν. Εξ’ ορισμού, τίποτα δεν παραμένει ή περιμένει για πάντα. Ποτέ μέχρι σήμερα στην ανθρώπινη ιστορία δεν σταμάτησε να κινείται η σκέψη / ο νους: παρόλες τις απαγορεύσεις και τις αντίξοες συνθήκες που υπέστησαν. Η γη κινείται, ο άνθρωπος συγκινείται και κατακτά το αδύνατο).
26 Αυγούστου 2017

Leave a comment