Κάποτε, πριν οι νύχτες γίνουν αστραφτερές δίνοντας νόημα στους απανταχού ποιητές της γης / πριν προκαλέσουν δάκρυα στα μάτια των εραστών που δίναν υποσχέσεις στα κλεφτά για παντοτινή αγάπη κρυμμένοι στα στενοσόκακα λες και διέπρατταν κάποιο αμάρτημα –ίσως και να διέπρατταν γιατί πιο κάτω, στο επόμενο δρομάκι, πρόδιδαν τον αγνό τους έρωτα για λίγη βολή κι ένα μέλλον δίχως άγχος: πόσο εύκολα περνάει στη λήθη η πρώτη αγάπη. Τακτοποιείται όπως ένα ρούχο στο συρτάρι που το βάζεις κάτω-κάτω για να μη το βλέπεις κάθε φορά που το ανοίγεις (και σου θυμίζει εκείνο το πρώτο ραντεβού με τις αθώες υποσχέσεις κάτω από τα αστέρια που πίστευες κι έφερνες στο στήθος σα τριαντάφυλλο που μόλις άνοιξε τα μάτια του να δει τον κόσμο και ν’ απλώσει τη μυρωδιά του αρωματίζοντας την αοσμία του (να μη γεμίσει η καρδιά με κακοσμίες και μαραθείς)– μα δεν ήθελες και να αποχωριστείς για να σου υπενθυμίζει και κάτι από εκείνο τον άλλο σου εαυτό, τον παιδικό, τον αμόλυντο που δεν πρόλαβε να αλλάξει και να παρασυρθεί από την παλίρροια των υποχρεώσεων και της μάσκας μιας κοινωνίας που σε δε σε χωρά –και δε τη χωράς μέσα σου.
Πριν συμβούν αυτά –και άλλα που δε μάθαμε ακόμα– στη γη κατοικούσαν πλάσματα με καλοσύνη αντλώντας ενέργεια ο ένας από τον άλλο μέσω της αγάπης και της αφοσίωσης, με στόχο την ομαλότητα και την πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνονται τη τελειότητα της ύπαρξης χωρίς πόνο, χωρίς αισθήματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας, χωρίς διαχωρισμούς σε καλούς και κακούς, με μόνο μέλημα τη μάθηση που έρχεται με τον καιρό με τη φιλία, την αμφισβήτηση, τη συνύπαρξη, τις διαφωνίες, ποτέ όμως με στόχο να πληγώσουν και να κατακερματίσουν το λόγο, την οντότητα που φωτίζει το σύμπαν. Δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να φωτίσεις το σύμπαν, εάν αφήσεις το είναι σου απελευθερωμένο από ιδεοληψίες να δεχτεί το πιο απλό και συγχρόνως περίπλοκο και αντιληφθείς πως δεν είσαι μόνος σου, πως τίποτα δεν σου ανήκει ολοκληρωτικά: έχεις τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με όλους. Είσαι ελεύθερος να νιώσεις τη ζωή, αν σταματήσεις να κοιτάς το ρολόι στο χέρι σου για κάνα δεκάλεπτο, κοιτάξεις στο άπειρο και το αφήσεις να σε πάει εκεί που θέλεις (βαθιά στην όαση). Στην αρχή θα δεις όσα σου επιτρέψει: πάθη, ανομολόγητες επιθυμίες, αγωνίες, κρυμμένες κραυγές: ένας κόσμος που πνίγεται.
Τα πλάσματα –που λέγαμε– ήταν σαν γίγαντες, σαν αερικά: εύλογο για τον άνθρωπο να προσδίδει σε κάτι πέρα από μας μια πιο μορφή οικεία ώστε να μπορούμε να μεταφράσουμε / μεταφέρουμε ένα παραμύθι, μια ιστορία από άλλο καιρό, από άλλο κόσμο, από μια εποχή μακρινή: αλλά πάντα εδώ κοντά, εδώ τριγύρω. Μονιασμένοι οι γίγαντες ζούσαν κάτω από ένα σύμπαν. Διαλογίζονταν έναν κόσμο θαυμαστό (όπως αρμόζει σε πνεύματα άδολα). Τις ώρες που κάθονταν και χαίρονταν την πλάση (τα βουνά, τους ουρανούς και τις θάλασσες, τα ποτάμια με τα καθαρά νερά και τις αμόλυντες αμμουδιές) κοιτώντας ψηλά – πάντα ψηλά και πέρα από κει που βλέπουμε εμείς οι άνθρωποι– απλώνανε τα γιγάντια χέρια τους και χάιδευαν τις πέτρες και τα βότσαλα. Το βρίσκανε παιχνίδι να παίρνουν τα μικρά πετράδια και να τα κολλάνε πάνω στον ουρανό. Ήταν τόση δε η ενέργεια που εξέπεμπαν που τα πετράδια κολλούσαν στον ουρανό (στο χάος) φωτίζοντας το σκοτάδι: προσδίδοντας μια μαγική ώχρα. Τα πετράδια έγιναν μιλιούνια στον ουρανό συνθέτοντας την εικόνα που χαίρονται τα μάτια μας τις νύχτες με τα αστέρια να γίνονται δάδες και να μας φωτίζουν, κάνοντας τα μάτια των ρομαντικών να θυμούνται κάτι από έναν κόσμο που δεν μπορούν να εξηγήσουν με λόγια: αλλά αισθάνονται ένα ελαφρύ τσίμπημα κάθε φορά που έχει αστροφεγγιά δαγκώνοντας τα χείλη να μην κλάψουν (χωρίς να γνωρίζουν το λόγο που τους κάνει να θέλουν να κλάψουν), μυρίζονται κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα κι αυτό τους εμπνέει: κάποιοι γράφουν ποιήματα που όταν τα διαβάζεις πάλι θες να κλάψεις (χωρίς να γνωρίζεις το λόγο που σε κάνει να θες να κλάψεις), αναλογίζεσαι ποιο χέρι κίνησε την πένα του ποιητή πάνω στο λευκό χαρτί κι έγραψε λέξεις που ματώνουν τα μάτια, ποιο στόμα ψιθύρισε λόγια στο αυτί και στόμωσε η καρδιά και πνίγηκε στη θλίψη και άρχισε να γράφει για έρωτες, μίση, πόνο, και νοιώθεις ένα σπαθί να σου σκίζει την καρδιά και να βγαίνει από την πλάτη: και ξάφνου παγώνει ο χρόνος. Ποιος ώθησε δάχτυλα να παίζουν μελωδίες σε ένα πιάνο και να καταλαγιάζει η καταιγίδα στην ψυχή, ποιος μας έδωσε δύναμη να στεκόμαστε γυμνοί μπροστά στην αλήθεια ή στην ασχήμια της ζωής και να φωνάζουμε δυνατά: θα ζήσω, θα το παλέψω.
Μια νύχτα, ένα πετράδι που έφεγγε ξεκόλλησε από το χάος κι έπεσε κάτω στη γη. Και κοίτα να δεις περίεργη ιστορία… όσο καιρό τα πετράδια φέγγανε από κει ψηλά, όλα ήταν όμορφα, κυλούσαν ομαλά, και κανείς δεν έδινε σημασία (τίποτα δεν σηματοδοτούσε την αρχή της ρήξης). Όταν όμως το πετράδι έπεσε στη γη, κάποιος το πρόσεξε, το παρατήρησε από κοντά, του έδωσε παραπάνω σημασία καθώς το είδε έτσι φωτεινό να λάμπει. Βλέπετε, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, ανακατεύονταν η λάμψη του. Όταν όμως το ξεχώριζες, άρχισες να του δίνεις σημασία –πονηρή θα έλεγε κανείς αν διέθετες και το αντίστοιχο πονηρό μυαλό. Το πετράδι μας βρέθηκε στα χέρια ενός γίγαντα –άδολου γίγαντα– που σαν βρέθηκε μόνος του και αντίκρυσε ένα από τα πετράδια –που κολλούσε στον ουρανό παρέα με τους συντρόφους του– θεώρησε ότι είναι αλλιώτικο (ένιωσε λίγος: σαν να του έλλειπε κάτι από τη μέχρι τώρα τέλεια ζωή του.
Σκοπίμως λοιπόν, έκρυψε το πετράδι και δε μαρτύρησε σε κανέναν την πράξη του. Αρκούσε ένας –στον κόσμο– για να αλλάξει η ροή της ιστορίας. Δε θέλησε να μοιραστεί την εμπειρία του από φόβο μήπως του κλέψουν το πετράδι (ένα από τα δικά τους πετράδια που πιθανότατα να ήταν και δικό του). Αμέτρητα υπήρχαν στον ουρανό κι έλαμπαν κάθε νύχτα (μα πλέον δεν έβρισκε καμιά ικανοποίηση: ούτε στη συντροφιά της παρέας, ούτε στη λάμψη των αστεριών). Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό του, τόσο πολύ, που σχεδόν μίκρυνε η θωριά του: σαν να μην ήθελε να τον βλέπουν. Τι περίεργο; Στην ουσία, πάντα ξέρουμε ποιο είναι το σωστό, και παρόλα αυτά διαπράττουμε το λάθος. Έχει να κάνει, με το πώς εμείς ορίζουμε τη ζωή και το πώς εμείς οριοθετούμε τα πρέπει, τα μη, τα θέλω, τη ζωή μας, την αξιοπρέπειά μας: αρκεί να είμαστε έτοιμοι για τις συνέπειες που θα προκαλέσουμε στον εαυτό μας και στον κόσμο (μας): στο σύμπαν που αποτελεί το σπίτι μας.
Μετάνιωσε ο γίγαντας για την πράξη του, και ευχήθηκε να μη ξανασυμβεί το ίδιο σε άλλο σύντροφο. Ο επόμενος σύντροφος ήταν χειρότερος: είχε δει το σκηνικό και μιμούμενος τον προηγούμενο γίγαντα άρχισε να ξεκολλάει κι αυτός τα πετράδια: μέχρι που ο ουρανός ξεμάκρυνε σιγά-σιγά (ή μίκρυναν οι γίγαντες; Δε θα το μάθουμε ποτέ).
Στις μέρες μας, κάθε φορά που ξεκολλάει ένα πετράδι οι άνθρωποι κάνουμε μια ευχή.
Οι νύχτες είναι πάντα μαγικές, μοναδικές, κρύβουν εραστές ή κακοποιούς (όλα και όλοι βρισκόμαστε μέσα στον κόσμο (και κρυβόμαστε από αυτόν. Ώσπου να φανερωθούμε στο φως εμείς και οι πράξεις μας).
11 Μαρτίου 2016

Leave a comment