Καληνύχτα κόσμε, κρίμα να μην αντέχουν τη τόση ομορφιά σου, ησύχασε για λίγο, άπλωσε στοργικά του φεγγαριού τη λάμψη, στάξε το γάλα της φωτιάς, ασήμι μες στης καρδιάς μας την οπή, να ανδρωθούν ξανά τα όνειρα, αδιάκοπα σφυρηλατώντας τα με ουρανού υλικό και αγάπης νεύμα, χάδια από γυναίκας χέρι και άντρα άγαρμπα φιλιά, το δέσιμο που αιώνες αναμετράται με τον άρχοντα του Άδη που θαύμασε τη νιότη της καλλονής της κόρης και έκλεψε εξαπατώντας της και έσυρε μαζί του, κάνοντας την ταίρι του και νύφη, κι εκείνη στη κλίνη τη νυφική πενθούσε αντί να χαίρεται την ερωτική παστάδα, και στο ξελόγιασμα που κάθε γυναίκα καρτερά μαρτυρικά να ενδώσει και της ψυχής τα μυστικά στον άντρα να φανερώσει, μα η Περσεφόνη η γλυκιά, βίαια αποκόπηκε από της μητέρας τον κόρφο, πριν ανέβει ο ήλιος στο μπλε του ουρανού και στρογγυλοκαθίσει, σα πύρινο συμπαγές στολίδι που φόρεσε η κόρη στα αέρινα μαλλιά της, να δείχνει στο νέο το δρόμο, ηλιοστέφανο που πήρε το κατόπι του για να βρει τη καλή του, κι ο νέος από τη τρέλα του τρέχει για να προλάβει, πριν νυχτώσει να φτάσει στην αγκαλιά της, και καίγεται από το πύρινο στεφάνι, από τη κάψα, την αδημονία και τη λαχτάρα να τη κλείσει στην αγκαλιά του, νέος άντρας, μικρό παιδί, νέα γυναίκα, ώριμη από καιρό, έτοιμη θαρρείς από όταν γεννήθηκε, από πριν γεννηθεί. Για όσα θα ‘ρθουν, για όσα δεν είδε ακόμη, για όσα πρέπει να αντέξει η γυναικεία καρδιά της, έτσι της είπε η μάνα της. Έτσι κάνουν οι γυναίκες όλου του κόσμου, χρόνια τώρα, παντού, σε κάθε αυλίτσα, σε κάθε, πλουσιόσπιτο, σε κάθε φτωχικό, όπου υπάρχει γυναίκα υπάρχει και καημός, ξύσε λίγο τη μπλούζα μιας γυναίκας στο στήθος, στο σημείο της καρδιάς, εκεί που χτυπάει, ασταμάτητα, αφαίρεσε το μακιγιάζ που φοράει πριν πέσει για ύπνο, ακόμη κι αν δε φοράει, αφήνεται πιο χαλαρή, αφήνει τον αναστεναγμό να ακουστεί πιο δυνατά, πιο ήρεμα και φυσικά, δεν υπάρχει κανείς, είναι η ώρα της, της ανήκει μία ώρα δική της, που μπορεί να κλάψει, για να φανεί πιο δυνατή, το βράδυ και την επόμενη μέρα. Το φταίξιμο έπεφτε πάντα στις γυναίκες μα μάρτυς μου ο θεός, ο κόσμος χαλάει και από τους άντρες… φταίμε κι εμείς, που τους κακομαθαίνουμε, μα πάλι σκέφτομαι η αγάπη είναι υπέροχη, ζωή απ’ τη ζωή σου, πως η αγάπη γεννά τέρατα, πως καταστρέφει ότι όμορφο έχεις σπείρει, πως τον ήλιο τον μαυρίζει και το φεγγάρι το εξαφανίζει; τι μου διαφεύγει, τι είναι αυτό που αλλάζει και τον μεταμορφώνει σε τέρας, σε αδηφάγο προϊόν που δε σταματά να διαιωνίζει το κακό και να καμώνεται πως είναι το σωστό; πώς κρύβεται πίσω από ένα ρούχο, ένα πρόσωπο, μία λέξη;

Γυναίκα, μάνα, ερωμένη, κοριτσάκι, αγαπημένη, τρυφερή, αυταρχική, αδιάφορη, απροσπέλαστη, αγέλαστη, παιχνιδιάρα, όλα μαζί, πόσο κακό ή καλό κάνουμε στον άντρα που αγαπάμε, είμαστε η ζωή, φέρνουμε ζωή, ακόμη κι όταν δεν έρχεσαι στην υπέρτατη στιγμή της ευτυχίας να πραγματώσεις την ώρα της γέννησης, η κάθε μιας γεννά συνεχώς, ιδέες, συναισθήματα, η γέννα δεν είναι προνόμιο αποκλειστικό της σάρκας. Γεννάμε τον έρωτα, το καρπό του έρωτά μας, γεννάμε ένα φιλί που στέλνουμε με τη μέση της παλάμης μας, πιάνοντας το ατημέλητο τσουλούφι των μαλλιών μας με το τσιμπιδάκι μας, με το τάχα απονήρευτο κλείσιμο του ματιού μας, με τα ξεσπάσματά μας μπερδεύοντας ήχους από γέλια και κλάματα που δεν βγάζουν νόημα, βγάζουν έρωτα, αγάπη και δράση, περιπέτεια στο σεντόνι της ζωής που θα ιδρώσουμε μαζί του, γεννάμε έρωτα στο σκίρτημα της μουσικής που μας έμαθε να αγαπάμε, στο άκουσμα του ήχου των βημάτων του το πρωί που ετοιμάζεται για τη δουλειά, και σκύβει τρυφερά να μας φιλήσει. Ο έρωτας, ο πανταχού παρών, έρχεται να μας αποστομώσει, να μας λογικέψει τη τρέλα, να τιθασεύσει τη παράφορη ακόρεστη πείνα μας για τάξη στην άτακτη ζωή… λατρεύουμε τη τάξη, λατρεύουμε να τακτοποιούμε. Οι γυναίκες έχουμε ένα μοναδικό να αφήνουμε μονίμως εκκρεμότητες, για να κλείνει ποτέ ο αέναος κύκλος της τάξης, για να έχουμε πάντα κάτι να συμμαζέψουμε, να νοιαζόμαστε, στην ουσία δεν υπάρχει ζωή χωρίς φροντίδα. Και χωρίς, συγκίνηση, καημό… συχνά λέμε, δεν έχω τι ζωή που θα ήθελα ή τη ζωή που φανταζόμουν, μεγάλη κουβέντα, έχουμε τη ζωή που μας αρμόζει, τι ζωή που στολίζουμε με τα άνθη που θα κόψουμε από το κήπο το δικό μας, που θα ‘χουμε διαλέξει εμείς τους σπόρους, τα χρώματα, και θα δημιουργήσουμε μια πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων. Δε θα ανθίζουν πάντοτε, θα συναντήσουμε και κακοκαιρίες, βροχές, χαλάζι, χιονιά, μα θα περιμένουμε να ξανανθίσουν ή θα ξαναφυτέψουμε νέα, άλλα άνθη, που θα ‘χουμε διαλέξει πάλι εμείς. Ή θα μας τα προσφέρει το ταίρι μας, θα γεμίσουμε τα παρτέρια στο μπαλκόνι μας, τα βάζα στου μυαλού μας τη παρανόηση, για να ξαναφέρουμε μπροστά μας την αισιοδοξία, τη χαρά της λύπης και τη λύπη της χαράς, πόσο αλληλένδετα είναι όλα αυτά, έννοιες χάνονται στα σοκάκια του νου, τρέχουν, κουτρουβαλάνε, παίζουν με την υπομονή μας και γελούν με την αφέλειά μας πως είμαστε ικανοί ονειροδαμαστές, έμπιστοι σε καθηλωμένες ετικέτες που σημειώνουμε μανιωδώς πάνω σε αυτοκόλλητα χαρτάκια, με την ευχή να ξεκολλήσουν, για να μη ξεχάσουμε τις μικροδουλειές, αγαπημένες συνήθειες, αφηρημένες με άρωμα βαριεστημένο, μα πάνω από όλα, να μη ξεχάσουμε να σημειώσουμε να τακτοποιήσουμε τη ζωή μας, εδώ να αντικαταστήσω τη λέξη «τακτοποιήσουμε» με τη λέξη «ζήσουμε»…

Η Περσεφόνη αμέριμνη και χαρούμενη, ευτυχισμένη, μια κοπέλα νέα και όμορφη στο άνθος της ηλικίας της,  μια ηλιόλουστη μέρα, μάζευε άνθη με τις φίλες της. Τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια της σκοτεινής ζωής της και τη μεταφορά της στο κάτω κόσμο, με τρόπο βίαιο, σχεδόν κινηματογραφικό. Η κοπέλα δε θα έδινε ποτέ τη συγκατάθεσή της να ακολουθήσει τον Άδη στο παλάτι του, τι κι αν της πρόσφερε πλούτη και ολάκερο βασίλειο, αρχοντικό δικό του με υπηκόους και δούλους ψυχές να τους προστάζει, πρόσφερε έρωτα άσβεστο που θα φώτιζε τα ελαφροπάτητα ελαφίσια βήματά της, στο σκοτεινό περίβολο της γης, η κόρη δεν μάταια, δεν ενέδιδε, απαιτούταν όπλα αντρικά και γρήγορα, η αρπαγή τα κόρης. Σκυμμένη πάνω στους μυρωμένους ανθούς, μακριά από έννοιες που κλείνουν το μυαλό σε τείχη, ελεύθερη και απείθαρχη, και ξάφνου ένα χέρι στιβαρό, τη υποτάσσει και τη κατεβάζει κάτω, στη γη, στη μάνα που γεννά, και ξαναμαζεύει τα παιδιά της, μια ζωντανή μες στους νεκρούς, μια δόση αγάπης, νιότης, δροσιάς και ελπίδας ανάμεσα σε λέσια ψυχών, ξεχασμένων, μαραμένων, από το χρόνο μπρος, και από το χρόνο πίσω, και από το χρόνο τώρα, από το θεό χρόνο που τρέμει ο άνθρωπος, τόσο πολύ που από τη τρομάρα του, κοιτάζει μονίμως το ρολόι του, καρφώνει το βλέμμα του στους δείκτες μήπως και του ξεφύγει κάνα λεπτό, και του το κλέψει αυτός, ο χρόνος, ο αδίστακτος θεός, που δε νοιώθει από ώρες, αιώνιες παύσεις, αδίστακτα λεπτά σιγής, εκκωφαντικές συζητήσεις ζευγαριών που δε λεν τίποτα, και μερικά ψίχουλα συμπόνοιας πασπαλισμένα με δευτερόλεπτα που μόλις άγγιξαν τη λαβωμένη σου ψυχή, εξαφανίστηκαν μες στην ομίχλη της ώρας που πέρασε, γιατί ήταν η ώρα περασμένη και έπρεπε να ο έρωτας να κοιμηθεί, έπρεπε ο πόνος να σιγήσει, έπρεπε να φανείς πιο δυνατή από τη δύναμη της μέρας που μόλις πέρασε και πιο αδύναμη από τη νύχτα που θα σε σκέπαζε αύριο, για να ξαναγευματίσεις με το θεό χρόνο στο βασίλειο του θεού Άδη. Στον έρωτα όλα συγχωρούνται… και η γυναίκα, ερωμένη, κόρη, μάνα, συνθηκολόγησε υπό όρους. Η γυναίκα χρησιμοποίησε τα δικά της όπλα, πώς να αφήσει μια μάνα απαρηγόρητη, τον κόσμο της επάνω, τη γνώση των πραγμάτων και ονείρων της και να ζει κρυφή ζωή σε ένα κουτί, παριστάνοντας πως είναι ικανοποιημένη, όταν υφάρπαξε ο Άδης μια ζωή πριν καν ανθίσει, μεστώσει και ξαναγεννηθεί με έρωτα πολιορκίας με λόγια τρυφερά που φλόγες θα πετούν στον ήλιο, και ο ήλιος θα φλογίζεται και θα στέλνει αχτίνες και σε άλλους κόσμους γύρω του, κάνοντας τη νύχτα μέρα, πώς να αφήσει της νιότης την απερισκεψία και να βάλει το νου της σε μπελάδες, με αντίτιμο τη δέσμευση, τσινάει σαν το άτι, πατά το πόδι της στη γη και τρέμουν κάτω οι ψυχές, σαν να ‘ναι μέσα σε κουτί που τις κουνά πέρα-δώθε χέρι παιδικό για να μαντέψει από τον ήχο το δώρο του. «Τι γίνεται πάνω στη γη;», κοιτάζονται, εκεί που κάποτε υπήρχαν μάτια με χρώμα της θάλασσας, του κάστανου, του κάρβουνου, του μελιού, «Ποιος ταράζει την ησυχία μας εδώ κάτω;». Μέρες τώρα ο βασιλιάς πάει και έρχεται σαν το θεριό, άλλη φορά δεν τον θυμούνται, έτσι. Θεριό, μες στο θεριό, για την ατίθαση κόρη που είναι ανήμερο θεριό. Πόλεμος, για την ειρήνη. Για τη συνθηκολόγηση. Η Περσεφόνη θα γίνει γυναίκα του, βασίλισσα, κυρά του Άδη, μα θα ανεβαίνει πάνω κάθε έξι μήνες για να κάνει συντροφιά στη μάνα της. Μόνο έτσι θα δεχτεί να υπομείνει το σκοτάδι και να δώσει φως στον Άδη. Έξι μήνες μαραζώνει η μάνα, η γη ξαποσταίνει, ανασαίνει κοφτά, την ακούς αν ακουμπήσεις το αυτί σου στα δέντρα, στις φλέβες που ρέει το υγρό να φτάσει από τις ρίζες ψηλά στο κορμό, να θρέψει το δέντρο, όπως η μάνα θρέφει το μωρό, όπως η ερωμένη θρέφει τον εραστή με αγκαλιές και τον αποκοιμίζει, ενώ τρέχει ο λογισμός, στη μάνα, στα λόγια της, στις λύπες, στις χαρές, σε όσα δε θα προλάβει, στο θεό χρόνο, που σε ξεγελά, κοιτάζοντας από το παράθυρο τον ουρανό, βλέπεις το γαλάζιο ακόμη και το βράδυ, κι ας μην έχει φεγγάρι απόψε, θα το φορέσω εγώ στον ουρανό, να μας παρατηρεί και μας εμπνέει να γράφουμε, να μιλούμε, να αγαπούμε, να ερωτευόμαστε, να κοιμόμαστε, απλά, ήρεμα, σαν τον παππού και τη γιαγιά, σαν τη μάνα και το πατέρα, κι ας είχαν τόσα πονοκεφαλιάσματα, που δε τα έλυνε ο χρόνος, δε προλάβαινε ο χρόνος, ήταν πάντα λίγος, μα πώς τα προλαβαίναν όλα;

Οι σπόροι τόσοι δα μικροί, τρεμουλιάζουν, σα ρόζοι, ανοίγουν σιγά-σιγά τα μάτια τους, ξετυλίγουν τα φτερά τους, ξεπετιούνται, περιμένουν την άνοιξη, να ανθίσουν, να θεριέψουν, να ‘ρθει το χέρι της κόρης να τα κόψει, να δώσει χαρά στη μάνα, να σταματήσει η γη να υποφέρει, να ζωντανέψει με χρώματα και ευωδιές, να συμφιλιωθούν οι αγάπες με τις διαφωνίες. Η άνοιξη ήρθε, απλή, γλυκιά και αέρινη, νεράιδα με πέπλο κεντημένο από γιασεμιά και πασχαλιές, σούρνοντάς το πάνω στους σπαρμένους κάμπους, πάνω από τις χιονισμένες κορφές με τις καφέ μυτούλες σαν ανάποδο παγωτό χωνάκι, που ποτέ δε ξέρεις ποιο θες να φας περισσότερο, το τραγανό χωνάκι, ή τις λαχταριστές μπάλες βανίλιας με σοκολάτα, πάνω από τις θάλασσες που ξαποσταίναν τα κύματά τους στις ασημένιες αμμουδιές, φέροντας ιστορίες από τόπους μακρινούς, που εμείς δε θα μάθουμε αν δε θέλουν να μας τις μαρτυρήσουν, παίζοντας ερωτικό παιχνίδι σαν τα ζευγάρια που γνωρίζονται κι αγαπιούνται από καταβολής κόσμου, ο βράχος με τη θάλασσα, τρώγοντας η θάλασσα το βράχο με τα χάδια της τα αλμυρά, μα εκείνος βράχος ακλόνητος, πιστός στα πισογυρίσματά της, την αφήνει να νομίζει πως φεύγει μα στην ουσία, δε πάει πουθενά, εδώ παφλάζει πάνω του κάθε λεπτό, πότε ξεσπά, πότε ηρεμεί, γιατί ο χρόνος, δεν υπάρχει, μια αγκαλιά είναι όλα, η γη, η θάλασσα, η άνοιξη, ο χειμώνας, ο Άδης, η Περσεφόνη, η μάνα, η κόρη, άντρας, ο πόλεμος, η ειρήνη, με μια ψευδαίσθηση πως ένας θα κάνει τη διαφορά, ένας άλλος εκτός από εμάς.

Γεννούμε τέρατα, γεννούμε ποιήματα, γεννούμε ότι μας προστάζει η ζωή, κάνε καλό να δεις καλό, το κακό δε θέλω να το βλέπω, δε θέλω να το ακούω, στοιχειώνει τον ύπνο μου, τη μέρα τη σκιά μου, προσκαλώ το φως μες στο σκοτάδι, να δειπνήσω μαζί του, για να μη φοβάμαι τη μέρα να βαδίζω με τους ανθρώπους που δε γνωρίζω, με τους ανθρώπους μου που δε πρόλαβα να τους γνωρίσω, δε θα προλάβω να γνωρίσω, κι όταν θα ΄ρθει η παγωμένη άνοιξη φορώντας το ζεστό χειμωνιάτικο γιλέκο της, δε θα πισωπατήσω, θα τη καλωσορίσω, καθήμενη απέναντί της, στο τραπέζι, φιλεύοντας τη τσάι ή καφέ κι ότι άλλο μου βρίσκεται στο σπιτικό μου, δε θα φοβηθώ, κλείνω τα βλέφαρα, κατεβάζω βαθιά ανάσα, καθαρή, ίσα που ακούγεται σαν την ανάσα της γης που ξεμουδιάζει από τον ύπνο το βαθύ τις ρίζες της, και αναταράσσονται οι ψυχές, είναι η ώρα να προβάλλει η κόρη, η νύφη της γέννησης και του σκοταδιού, είναι ή ώρα η νύφη να κατέβει στο βασίλειο και τη πόρτα να σφραγίσει, σαν τα μυστικά που παίρνουμε μαζί, υπάρχει χρόνος, μια εικόνα του είμαι κι εγώ, πριν, μετά, τώρα.

Η άνοιξη ήρθε, φούντωσε στη μυγδαλιά που αψήφησε χειμώνες και πέταξε ροζ και λευκά ανθάκια, σαν τα ανθάκια που φτιάχναμε παιδιά στο σχολείο από γκοφρέ χαρτί και τα κολλούσαμε με όρεξη πάνω στα κλωνάρια, κι ήταν τόση η χαρά μας που μυρίζαμε το φρέσκο ανθό, το δέντρο που σπαρτάραγε να δώσει πιότερους ανθούς, να γίνουν καρπός, να θρέψει στόματα, να φάμε φρέσκα αμυγδαλόψιχα που μας καθάριζαν οι μεγάλοι με τα σφυράκια τους, σπάζοντας το τρυφερό ακόμη τσόφλι, μέχρι να φανεί η ψίχα λευκή σάρκα, ακόμη δεν έχω καταλήξει ποιο προτιμώ, τη νύφη μυγδαλιά που στέκει περήφανη ή το καρπό της που γεύομαι; Θαρρώ πως και τα δύο είναι το ίδιο, η ίδια αέναη, μοναδική, σταθερή, υπαρκτή εικόνα του τέλειου συντονισμένου σύμπαντος, που θα ‘ρθουν να γευτούν κι άλλοι, πριν, μετά, τώρα.

Η άνοιξη ήρθε, στη μυγδαλιά, στο σημείο, που βρόντηξε η κόρη το πόδι της κι αντιστάθηκε, και πείσμωσε και άφησε κληρονομιά στους θνητούς, μια όμορφη ανάμνηση που έρχεται φεύγει και παλεύει, αδιάλειπτα, άφησε κληρονομιά, μια συμφιλίωση, μια σύναψη όπως κάνουν οι αγγέλοι, πριν, μετά, τώρα. Το φιλί, γίνηκε φιλία, και φίλος, γίνηκε στοργή, από τη μάνα στη κόρη από τη κόρη στο σύζυγο, γίνηκε συμφιλίωση και κάθε νύχτα το γιώτα παίρνει τη μορφή του ύψιλον και μετατρέπεται σε αιώρα, για να κοιμίσει τη κόρη, τη πλάση, να συμφιλιώσει τον κόσμο, εμάς τους μικρούς ανθρώπους,  με τα μεγάλα όνειρα…

Καληνύχτα κόσμε, και να θυμάσαι να χτυπάς δυνατά το ποδάρι σου, κάποιος θα σε ακούσει από κάτω η από πάνω… μα το βράδυ να συμφιλιώνεσαι πάντα πριν πέσεις για ύπνο με τον εαυτό σου, με τη κόρη, με το γιο, με τον άντρα, με τη γυναίκα, με τον ήλιο, το φεγγάρι, το θεό… τα όνειρα είναι άπιαστα, πουλιά ταξιδιάρικα, μα σα τα γράφεις, λες και τα πλησιάζεις λίγο, σα να χαμηλώνουν, σαν να σε ακούνε που ξομολογείσαι τους πόθους, τους καημούς, σα να αποδέχεσαι, να συμφιλιώνεσαι με που είσαι, σα να γράφεις ένα γράμμα στο θεό… κι εκείνος ακούει, πριν, μετά, τώρα. Δε θα τελειώσει τούτος ο κόσμος, επειδή το θέλουν κάποιοι, ούτε επειδή μια μέρα θα λείψουμε εμείς από δω πάνω, ούτε επειδή τα μάτια μας δε θα ξαναδούν τον ήλιο να χαϊδολογιέται με τα σύννεφα και με τα νωχελικά μας κορμιά, ούτε γιατί δε θα μπορούμε να πούμε σ’ αγαπώ και να ακούμε τη καρδιά μας έως τα μηνίγγια μας να σφυροκοπά, δε θα τελειώσει, γιατί είναι εδώ πριν, μετά, τώρα. Οι αντοχές μας ίσως τελειώσουν, ο κόσμος ποτέ, και εμείς περπατάμε ξυπόλητοι σε αιθέρες κρατώντας λυχνάρι στο χέρι, ψάχνοντας μια ζωή να βρούμε τι κρύβεται πίσω, πλάι, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, ας ψάξουμε πρώτα μέσα μας, στροβιλιζόμαστε σα σβούρες σε παιδικά χέρια που τις γυρνάν και τις αφήνουν στο έλεος τους, δίχως να βρουν κάπου να σταματήσουν, τροφή στη διασκέδασή τους, η ζωή είναι παιχνίδι, είναι σα σβούρα, οι άνθρωποι προσέχουμε πολύ τα χρώματα και τα σχέδια της σβούρας και αφαιρούμαστε, ξεχνάμε την ουσία, ξεχνάμε να σταματήσουμε και ζαλιζόμαστε, μα έχεις και εργαλείο τη πυξίδα, μάθε, άκουσε, ή καλύτερα να πω, νοιώσε, αισθάνσου τη πυξίδα της καρδιάς σου που καθοδηγεί τα βήματα μας, ένα-ένα σαν τα μωρά που μπουσουλώντας ανακαλύπτουν τη μαγεία τη ζωής, γεύονται τους καρπούς τους νέους, τους πρωτόγνωρους, έως ότου σκυφτοί μα νέοι ξανά στη καρδιά, γευτούμε τους καρπούς της γνώσης που έρχεται με το πέρασμα του χρόνου, με τη συμφιλίωση με το θεό χρόνο, με εμάς. Κι αν προσπεράσουν δίπλα μας, άνθρωποι αγαπημένοι, φιλί θα δώσουμε έστω κι από μακριά, και θα καληνυχτίσουμε από τα σκαλιά της ψυχής μας.

Καληνύχτα κόσμε, και να θυμάσαι πως είμαι κι εγώ εδώ, ήμουν και θα είμαι… θα με κοιτάς στο θολό πιάτο σου την ώρα του μεσημεριανού σου, θα τρίζω ανάμεσα στα δόντια σου την ώρα που κοιμάσαι, όταν μάταια τα όνειρα σου φυλακίζεις στον ύπνο του δικαίου, και ξεγελάς τον εαυτό σου καθησυχάζοντάς τον πως έπραξες το σωστό για το καλό, μα πάντοτε για το καλό σηκώνουν οι άνθρωποι τα λάβαρα του πολέμου κι απομονώνουν το έρμο το καλό και το πετούν βρώση στα σκυλιά και το ποδοπατούν και του αλλάζουν όνομα έτσι δίχως τύψη, θα με βρεις στις κάθιδρες παλάμες σου που θα κοχλάζουν από το άγχος και θα ρέουν αντί το μέλι της έντιμης δουλειάς, της συνείδησης πως πλησιάζει η ώρα για να δώσεις λόγο, κι όλο θα το καθυστερείς, μα κανείς δε γλίτωσε από την ιστορία της ζωής του, από το όνειρο και τον εφιάλτη, αυτά τα δύο είναι αδέρφια δίδυμα, όπως το μίσος και η αγάπη, όπως η ζωή κι ο θάνατος, αν έχεις ζήσει τη ζωή ελεύθερος δε τον φοβάσαι το θάνατο, το θάνατο τον φοβούνται όσοι δε δόθηκαν ολοκληρωτικά στη ζωή, όσοι δεν αγάπησαν, όσοι δε τόλμησαν να αγαπήσουν μέχρι θανάτου αψηφώντας κανόνες και συμβιβασμούς, το όνειρο εφαρμόζει στον άνθρωπο σαν πανωφόρι δανεικό από τον εφιάλτη, τότε μιλάμε για εφιαλτικά όνειρα, κι όταν εγκαταλείπεις το όνειρο μεμιάς αναποδογυρίζει και σε ξεπερνά και κοιτάς ανάμεσα στα άστρα, και θυμάσαι πως ο εφιάλτης δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που σου το όνειρο παραμορφωμένο από όσους δεν το αγαπούν και προσπαθούν να στο τραβήξουν, να στο ξεσκίσουν, να στο αρπάξουν, γιατί εκείνοι δεν πρόλαβαν να πιστέψουν στο δικό τους, τότε μιλούμε για ονειρικούς εφιάλτες, το ένα έχει καταλάβει το σώμα του άλλου, είναι το ίδιο όνειρο με παραλλαγές, σαν τις εποχές του χρόνου, αφουγκράζονται τις έννοιες, τη στιγμή της δημιουργίας, της απόλυτα δικής σου στέψης στο δικό σου βασίλειο, με τους δικούς σου υπηκόους, που είναι τα δικά σου όνειρα και οι δικοί σου εφιάλτες, που υπήρχαν εκεί μόνο για σένα, πριν, τώρα, μετά. Σε τούτο το βασίλειο, δεν έχει στέμματα με πολύτιμα πετράδια, το πιο πολύτιμο πετράδι που κατάφερες να συλλέξεις με κόπους και χρόνους είναι η ζωή σου, το βασίλειο τούτο τη μόνη εξουσία που αναγνωρίζει από ουρανούς μακριά, είναι η αποδοχή για κάτι πιο δυνατό από την υπόστασή μας, από τον καιρό που δαμάζει τα πάντα, μα αλήθεια τώρα, ποιος πίστεψε στον πανδαμάτωρ χρόνο; Ο χρόνος δε δαμάζει κάτι που από τη φύση του δε δύναται να δαμαστεί, να κατακτηθεί αν δε θέλει, και δεν είναι άλλος από τον άνθρωπο. Δέχομαι, την κατάκτηση αν και μόνο το επιθυμώ και αν και μόνο γνωρίζω εξαρχής τους λόγους για τους οποίους καταφεύγω σε μια λύση που είναι κόντρα στην φύση μου από τη γέννησή μου, επομένως συμφιλιώνομαι με αυτή… αν δε με απατά η λογική μου πρόκειται για έννοιες διαφορετικές, όταν αναφερόμαστε στη συμφιλίωση και στην υποταγή. Περίεργα και ξεροκέφαλα όντα τα ανθρώπινα, δίνουμε τους ορισμούς που μα βολεύουν κάθε φορά, παρερμηνεύοντας, εικόνες, λέξεις, έννοιες που μέσα μας κάνουν τη διαφορά πριν τις συλλαβίσουμε, κι όταν καταλάβουμε πως δε είναι λάθος τα υλικά και το φαγητό δε είναι νόστιμο πως κάτι του λείπει, και πρέπει να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε ένα μπαχαρικό, προτιμούμε να το φάμε άνοστο, από το να παραδεχτούμε την ήττα μας, από φόβο, από εγωισμό, κάνουμε τα πάντα για να αποτρέψουμε τη μη παραδοχή της άγνοιάς μας, του εκφοβισμού μας, ανίκητο μικρόβιο ο φόβος, ανίκητο και φθονερό, ασθένεια ανίατη που εξαπλώνεται στην ανθρωπότητα από άκρη σ’ άκρη, από γαλαξία σε γαλαξία, από στόμα σε στόμα, αρκεί ένας φθόγγος να στάξει σε χείλη μικρά, που μισούν να αγαπούν να πλέκουν εγκώμια μισανθρωπισμού, σαν τα καλάθια που πλέκαν οι παππούδες μας, καλάμι το καλάμι, υπομονετικά, ώρες ατελείωτες, και μαζεύονταν τα παιδούρια ολόγυρα παρατηρώντας πως εκείνα το ροζιασμένα και ξερακιανά χέρια, τα γεμάτα πληγές και απεριποίητα χέρια, για να περιποιούνται σήμερα τα δικά τους, κατέφερναν να πλέκουν καλάθια για ώρες, με τόση υπομονή, αγόγγυστα, για να κάθονται σήμερα να απολαμβάνουν, οι μορφωμένοι, οι επίδοξοι, οι σημερινοί αμόρφωτοι κι απεριποίητοι, πανδαμάτωρ χρόνος… δε δαμάζεται το χειρότερο θηρίο…

Δως μου μια στάλα κουράγιο, θεέ μου, το ξημέρωμα θ’ ανταμώσω με την άνοιξη, θέλω να είμαι νέα κι όμορφη, σαν κρίνο του ουρανού, σαν άστρο της γης, δεινός ταξιδευτής, που ξεμονάχιασε ένα βράδυ τη λυγερή ιτιά, σαν έσκυψε και της ψιθύρισε λόγια άγνωστα για κείνη πού δε κινούσε μια σπιθαμή από τη γη, και τότε αναρίγησε τινάζοντας ντροπαλά τη βροχή των φύλλων της προς αυτό, έπεσε γύρη, σκόρπισε στον άνεμο, και του μήνυσε πως γύρισε η κόρη, κι οι ξεχασμένες από τον άνθρωπο ψυχές ησύχασαν, σαν να μυρίσαν πασχαλιές τα μοβ κεριά, τα βράδυ κοιμηθήκαν δίχως όνειρα οι ψυχές, ήρεμα, γαλήνια, δίχως τριγμούς στα κόκκαλά τους, φιλήθηκαν στο στόμα, ήταν το πιο υγρό φιλί, καθώς κυλούσαν τα δάκρυα από τα φύλλα της ιτιάς στα μάγουλα, κι ήταν το πιο ζεστό φιλί, καθώς έκαιγε ο πόθος της νιότης με το λιβάνι και της μνήμες και την ιστορία του λιβανιού και της αγάπης, κι ήταν το πιο φωτεινό φιλί από το φως των κεριών που σιγόκαιγε δειλά-δειλά με μαέστρο το φεγγάρι και ορχήστρα τις ψυχές που σα φαναράκια συνοδεύανε ξεπροβοδίζοντας τη κόρη, τη καληνύχτισαν, της φίλησαν τα χέρια, τα μάγουλα, τα ξέπλεκα μαλλιά, τη ράναν με νερό της λησμονιάς, να αλαφρώσει η ψυχή ως το πρωί, να βγει φρέσκια, ροδαλή, ψηλά, να ανταμώσει, την αυγή, την άνοιξη, τη μάνα…

Καληνύχτα κόσμε, άντεξα μια νύχτα, μισό αιώνα, πριν, μετά, τώρα…

Θα αντέξω, αν με αντέξεις κι εσύ, θα αντέξω όσο με αντέχεις κι εσύ, πριν, μετά, τώρα…

Καληνύχτα κόσμε μου, που μέσα σου, γεννιέμαι και πεθαίνω και ανασταίνομαι…

Ο κόσμος, δεν θα γίνει ποτέ καλύτερος, γιατί δε πρόκειται να γίνουμε εμείς καλύτεροι, θα έρχεται όμως η άνοιξη ως ένδειξη συμφιλίωσης με αυτό που είμαστε, ο καλύτερος εχθρός και ο χειρότερος φίλος του εαυτού μας, του κόσμου μας, του κόσμου τους, του κόσμου σας. Μια συντροφιά έμψυχων υποκείμενων και άψυχων αντικειμένων, δε σταματά να ντύνει τις ανιαρές λεπτομέρειες, να βάφει τις χαραμάδες τις ιστορίας, να χαράζει πορεία σφάζοντας ανθρώπους, να ακούει όσα δε λέγονται, να πράττει το «καλό» διαπράττοντας εγκλήματα, να αψηφά τη βαρύτητα και να βγάζει φτερά για να φτάσει κοντά στο θεό, μια συντροφιά που δε σταματά μπροστά σε αυτό που ονομάζουμε ζωή, μια συντροφιά που σπέρνει πολέμους και θερίζει μίση, μια συντροφιά που δεν έχει μάθει να αξιοποιεί τη δύναμή του για να το κοινό καλό, γιατί ο άνθρωπος είναι ον πρωτίστως κτητικό, αλλά έχει δυνατότητες βελτιώνεται σε κάτι μοναδικό πέρα και πάνω από κάθε λογική, καμιά λογική δε μας λέει να αρπάξουμε με το «έτσι θέλω» κάτι που δε μας ανήκει, μα αυτό κάνουμε αιώνες τώρα, όπως καμιά λογική δε μας λέει να δώσουμε σε ένα ξένο, μα δίνουμε και τη ψυχή μας αιώνες τώρα. Διαφωνούμε, συμφωνούμε, σκοτωνόμαστε, γεννάμε, ο χρόνος, κάνει τη δουλειά του, οι εποχές το ίδιο, ξανά και ξανά κι εμείς, μια στάλα μυαλό δε βάλαμε… εμείς που κατακτάμε ότι κινείται, σε εμάς που ανήκουν τα πάντα, εκτός από το χρόνο. Φίλοι και εχθροί υποστηρίζουν, ευτυχώς όχι όλοι, πως άδικα πολεμήσαν ή πολεμούν για τα ιδανικά και τα πιστεύω οι άνθρωποι, θα τους παρακαλούσα να το ξανασκεφτούν, ειδικά όσοι από αυτούς απολαμβάνουν μια ήρεμη ζωή επειδή κάποιοι θυσίασαν τη ζωή τους για αυτό το λόγο, πολλοί από εκείνους δεν το επεδίωξαν καν να γίνουν (αφανείς) ήρωες.

Καληνύχτα κόσμε, κόσμος είσαι και γυρίζεις, δως μου μια στάλα θάρρος να τους αντέξω, και να με αντέξουν, φέξε λιγάκι προς τα δω μήπως δουν κι οι υπόλοιποι πως απλοί άνθρωποι είμαστε, στρατιώτες της ζωής, καβαλάρηδες προς το θάνατο, πριν, μετά, τώρα… υπάρχει κανείς που να γλίτωσε από τη ζωή ή από το θάνατο; ξορκίζουν και τα δύο λες κι είναι φαντάσματα, όσο και να τα καλοπιάσει, όσα γλυκίσματα κι αν να τους τάξεις, δε ξεγελιούνται, δε δεσμεύονται, εμάς δεσμεύουν, εμάς πνίγουν, περισσότερο η ζωή αν την αφήνεις να σε κουμαντάρει μες στα «πρέπει» και τα «μη» κατά πως ορίζει η αφεντιά της κοινωνίας. Μόνο να μερέψεις και να συμφιλιωθείς μαζί τους ίσως κατορθώσεις, κάποιοι, ούτε αυτό μπορούν, κι αργά ή γρήγορα δείχνει, όσο και να προσποιούνται. Ξεχωρίζει η στεναχώρια από τη ξεραΐλα. Μοιάζει από μακριά ο άνθρωπος που δε λογά το πάθος της καρδιάς από τον άνθρωπο που ζει μόνος μα ελεύθερος. Φοβάται ο μόνος τη μοναξιά, και τελικά, μια μέρα αυτοί θα μείνουν πιο μόνοι από ποτέ. Δισεκατομμύρια άνθρωποι, σε αποτελούν κόσμε μου, κι είσαι πάλι μόνος… κανείς δεν ακούει, κανείς δεν ευθύνεται, κανείς δε ξέρει τι να κάνει… κανείς δεν είσαι εσύ τελικά, άλλος είναι ο κόσμος μας, καθένας έχει κι από ένα δικό του, και πασχίζουμε να αποδείξουμε πως ο δικός μας είναι κι ο καλύτερος για να τον επισκεφθούν κι οι υπόλοιποι και να συγκατοικήσουν… μήπως να μείνουμε έκαστος στο δικό του εσωτερικό κόσμο, και να συγκεντρώσουμε τις εναπομείναντες δυνάμεις μας μπας και σώσουμε αυτόν εδώ που ζούμε;! Αν θέλουμε, γιατί να πω και την αλήθεια, δε συναντώ και μεγάλη προθυμία.

Καληνύχτα κόσμε μου, συνέχισε το ταξίδι σου, κι όταν έρθει η ώρα, όπως τόσες και τόσες φορές, όταν σου έμπηγαν τα νύχια και σου έτρωγαν τις σάρκες, ήξερες τι έπρεπε να κάνεις, ακλόνητος, εκεί που ένα απόγευμα ρέμβαζες, κάτω από τη καρυδιά, ένιωθες πως ήταν ώρα να σηκωθείς για να μάθουν τα παιδιά σου από την αρχή γράμματα, ιστορία και μια άλλη ζωή, όχι σίγουρα καλύτερη, μα έπρεπε να προσπαθήσεις για κάτι άλλο, να σταματήσεις να φοβάσαι, τον αέρα που αναπνέεις…

23 Μαρτίου 2016

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect