Ιός

Χάνεσαι σε λέξεις, σε ευχές, σε άγονες συζητήσεις

τους φόβους σου στα σκοτεινά με φως τους ψηλαφίζεις

Μόνος συνδιαλέγεσαι σε ωριαίους θαλάμους

απόγονος θεμελιωδών αρχών με διθυράμβους

Προστάζεις να ορμίσουνε μες στη φωτιά οι πάντες

μα εσύ γοργά θα ανασυρθείς με ψάθινους ιμάντες

Συγκέντρωση ομοειδών: χαρτογραφείς τους κτύπους

στοιχειοθετείς των άοπλων τους βλαβερούς τους ρύπους

Με μια ζαριά τα έφερες εκεί που σε πηγαίναν

τη διέξοδο να νοσταλγείς με πόδια που ξεμακραίναν

Ποιανού σοφία θα ασπαστείς εκτός απ’ τη ζωή σου;

Σαν πένθιμο εμβατήριο μονολογεί η φωνή σου

Ασφάλισε το σπίτι σου, αποκοίμισε τα παιδιά σου

σα μιας ασθένειας τον ιό που τρώει τα μυαλά σου

Κάνε ένα βήμα τη φορά να σε ολοκληρώνει

Στης κοινωνίας τα σωθικά να σ’ απελευθερώνει

Μάτια δεν έχει ο ουρανός, ούτε η γη ποδάρια

Η γη κινεί τον ουρανό με λόγια γιοματάρια

Μάτια δεν έχει ο θάνατος, μα κόβει τις κινήσεις

Ο κόσμος κινεί τον θάνατο με αέναες γεννήσεις

Συγκρούονται τα αλλεργικά / προσποιητά σου πρέπει

Όμηρος διχασμού που σε φυγή σε τρέπει

Ορφάνεψαν το απόγευμα τα χρώματα της δύσης

Ψάχνεις κομμάτια απ’ τα φτερά μιας τσακισμένης πτήσης

Εδώ κι εκεί με το στανιό χορταίνουμε την ύλη

Μια σκέψη με φέρνει από καιρό στης προσδοκίας την πύλη:

τα όνειρα όταν ενώνονται χωρίζουν τους ανθρώπους

για να ενωθούν ξανά με ορθάνοιχτους τους κόπους

Τάζουν σε άσχημους καιρούς, τάζουν και πάλι τάζουν

Σα δηλητήριο στον ορό τα όνειρά σου στάζουν

Μη κάνεις βήμα: δεν αρκεί. Εάν το νου δε βλέπεις

στης κοινωνίας την κοιλιά μονάχος σου θα πέφτεις

31 Αυγούστου 2017

Leave a comment

είμαι η Οφηλία

Με μια πυξίδα πέτρινη βαδίζεις δρόμους γυάλινους

Let’s connect