Πρόλογος: Η ορχήστρα στημένη στο παλκοσένικο παίζει τον ίδιο μονότονο, καθολικό ρυθμό υπνωτίζοντας το κοινό. Η εμπιστοσύνη μεταξύ κοινού και ορχήστρας σφραγίζεται με ένα νόμισμα στην τσέπη του κοινού, περασμένο σε χρυσή κλωστή (τρέμουν στη σκέψη μη χαθεί η επαφή με το νόμισμα και μαζί της χαθεί και η εμπιστοσύνη).
Η ορχήστρα έχει στηθεί στο παλκοσένικο εδώ και χρόνια, παίζοντας τον ίδιο ρυθμό με ελάχιστες αλλαγές, ώστε να μην ταράξει τις συνήθειες του κοινού (ικανοποιώντας την αμέριστη συμπαράστασή του). Το κοινό από κάτω λικνίζεται, πότε δεξιά και πότε αριστερά, επιβραβεύοντας τη σωστή επιλογή του μαέστρου που καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του. Ο μαέστρος αξίζει να επιβραβευθεί και για έναν ακόμη λόγο: για την ενότητα που εμπνέει ανάμεσα στα ανομοιογενή πρόσωπα του κοινού με τις διαφορετικές αντιλήψεις. Το πάθος των προσώπων καταλήγει σε ένα νόμισμα στην τσέπη τους περασμένο σε χρυσή κλωστή που το κρατά δεμένο με τη ζωή τους.
Αλάνθαστη συνταγή.
Ολάνθιστο αποτέλεσμα σε αγκάθινο περιβόλι.
Χωρίς το νόμισμα χάνεται κι ο ρυθμός.
Υπάρχει όμως κι ένας που πετάει το νόμισμα τόσο ψηλά, που σχεδόν ακουμπά τη μύτη του φεγγαριού (ποια από τις δύο, δεν ξέρω, ούτε κι έχει κάποια σημασία), και τότε συμβαίνει τούτο το παράξενο: στο θαμπό φως βλέπεις ξεκάθαρα την εικόνα της απομίμησης μιας υπόσχεσης που κρατά αλυσοδεμένο το υπήκοο κοινό ενόσω παίζει ο σκοπός «Θα δεις. Περίμενε και θα δεις.» Καμία διευκρίνιση δε δίνεται για το τι θα δεις και πότε. Μένει η υπόσχεση σαν καραμέλα που αφού τη φας σου αφήνει μια αδιευκρίνιστη γεύση στη μουδιασμένη γλώσσα: «Θα δεις. Περίμενε και θα δεις.» Περιμένεις, λες και πρόκειται να δεις ένα θεό που θα ξεπροβάλλει από την τρύπα του νομίσματος (που είναι περασμένη η χρυσή κλωστή). Τη φοβάσαι τη χρυσή κλωστή: φοβάσαι μη σπάσει. Τη φοβάσαι, όπως φοβόσουν τα χρυσά δόντια του παππού όταν ήσουν παιδί: αγριευόσουν στην όψη τους έτσι όπως γυαλίζανε στο ημίφως. Από την τρύπα του νομίσματος μπορεί κανείς να διακρίνει το ολόκληρο φεγγάρι και το φωτεινό ήλιο χωρίς το στέμμα του: τα στέμματα είναι δημιουργήματα του ανθρώπου που τα φορά είτε στο δικό του κεφάλι είτε στα κεφάλια άλλων. Νομίζει πως έτσι εκπληρώνει κάποιον νόμο άγραφο και ηθικό καταπατώντας τις αξίες και τα όνειρα άλλων κεφαλιών. Στερώντας ελευθερίες σε όσους δεν πρόλαβαν να ανοίξουν τα μάτια τους. Σε όσους δεν πρόλαβαν να πιούν νερό από κοφίνια αργυρά. Σε όσους αγαπούν να κοιμούνται πάνω στο αλαβάστρινο στρώμα της θάλασσας ή στις σπηλιές παρέα με τα θηρία: από (αυτά) τα θηρία μπορούν να προφυλαχτούν. Μετά από μια μυστική ανταλλαγή εκδήλωσης συναισθημάτων μυρίζουν ο ένας τον άλλο φανερώνοντας τις προθέσεις τους (ή εσύ ή εγώ θα γίνουμε το γεύμα της επιβίωσης. Διαφορετικά ας κρατήσουμε συντροφιά ο ένας στον άλλο: από μακριά). Ο άνθρωπος (θηρίο) θα σκεφτεί να σου αφαιρέσει το κεφάλι με ποικίλους τρόπους: να σταματήσεις να σκέφτεσαι, να απαιτείς, να ομορφαίνεις πνευματικά, να αρέσκεσαι στις ζυμώσεις σε κάθε τι που σε κάνει να υπάρχεις: χωρίς εξηγήσεις, εξετάσεις, αφορμές ή ανταλλάγματα.
Συνεχίζεις να διατηρείς τις εγκεφαλικές λειτουργίες: αναπνέεις, μυρίζεις, τρως, γεύεσαι. Αναπνέεις. Αναπνέεις. Αναπνέεις. Αναπνέεις: το επαναλαμβάνεις μέχρι να το αποστηθίσεις. Όπως και τις σωρό άλλες εργασίες: προφορικές και γραπτές. Ζωή σαν εξέταση. Το κεφάλι απόν.
Πριν το νόμισμα χαθεί στη λίμνη του φεγγαριού το κοινό γύρισε προς τη μεριά του. Εκείνου, που πέταξε το νόμισμα τόσο ψηλά που σχεδόν ακούμπησε τη μύτη του φεγγαριού (ποια από τις δύο, δεν ξέρω, ούτε κι έχει κάποια σημασία) και τότε συνέβη τούτο το παράξενο: τα μάτια που τον σταύρωναν άρχισαν να ουρλιάζουν. Με ορθάνοιχτο το έκπληκτο στόμα τους ανεβοκατεβάζουν τα χείλη στον ίδιο πάντα ρυθμό: «Πώς τόλμησες κάτι τέτοιο;», «Κατέστρεψες τη φυσική ροή των πραγμάτων. Κατέστρεψες το σκοπό μας!»
Τρόμαξε ο ‘’ένας’’. Για την ακρίβεια της έκφρασης: τα έχασε. Φυσική ροή των πραγμάτων… Ένα ψεύτικο νόμισμα κρεμασμένο από μια χρυσή κλωστή, φυλαγμένο μέσα στην τσέπη τους. Λες κι ήταν η ψυχή τους. Μα ήταν η ψυχή τους. Άβυσσος η τσέπη του ανθρώπου. Ο ένας παρέμενε ονειροπόλος στις πράξεις όσο το κοινό επέμενε να κρύβεται στην ομίχλη των φόβων του. Ο ένας δεν υιοθέτησε ποτέ του ένα αδέσποτο ράτσας να γαυγίζει τα βράδια τον κλέφτη.
Ελπίδα είναι να παράγεις: όνειρα, ελευθερία, δράση (με ανέλπιδα αποτελέσματα).
Ελπίδα είναι να περιμένεις στο τέλος της μέρας που δεν έρχεται, το τίποτα.
Ελπίδα είναι, να μην υπάρχει ελπίδα να σωθείς από ένα παραιτημένο / κοιμισμένο κοινό κι εσύ να αναρριχάσαι στο φεγγάρι χωρίς σκοινί στη μύτη του φεγγαριού (σε ποια από τις δύο άκρες, δεν ξέρω, ούτε κι έχει κάποια σημασία). Κι όταν έχει πανσέληνο γλιστράς με μια χάρτινη βάρκα.
Ποιος να πιστέψει πως αγκαλιάζεις τον κόσμο σε ένα βράδυ και πως εκείνος σου εμπιστεύεται τα μυστικά του σε ένα κομμάτι χαρτί νοτισμένο με τη δροσιά δακτυλικών αποτυπωμάτων. Σε φωταγωγημένες έρημες συνοικίες τραγουδάς σκοπό μελωδικό (μακριά από καλοπροαίρετους δημαγωγούς).
Επίλογος: δεν υπάρχει ένας επίλογος.
Υποσημείωση: τη στιγμή που (ο ένας) αναρριχούνταν στη μύτη του φεγγαριού (σε ποια από τις δύο, δεν ξέρω, ούτε κι έχει κάποια σημασία) έριξε μια τελευταία ματιά προς το κοινό που τον κοιτούσε περιφρονώντας και τον ίδιο και την ανυπάκουη πράξη του (η πράξη και ο ίδιος ήταν πλέον δύο ανεξάρτητες προσωπικότητες). Παρατήρησε πως δίπλα από το κοινό στέκανε πουλιά. Πουλιά που θα έπρεπε να πετούν δίπλα του (μέχρι να μην αντέχουν άλλο τα φτερά τους το βάρος της ελευθερίας τους).
Τα πουλιά –μιμούμενα το κοινό– ξέμαθαν να πετούν κι απλά στέκονταν. Περπατούσαν δίπλα στο κοινό. Στέκονταν και περπατούσαν σκυφτά: όπως το κοινό. Σιγά-σιγά μάθανε και τα πουλιά να ακούν τον ίδιο σκοπό.
8 Ιουλίου 2017

Leave a comment