Έλα να πιείς μαζί μου και να με συντροφέψεις στα παιχνίδια των φόβων μου. Στάσου δίπλα μου και πλέξε με τα καλάμια της μοναξιάς κοφίνι για να συλλέξεις όσα θα σου εξιστορήσω από τα παιδικά μου χρόνια.
Έπαιζα με τις φωτιές και δεν έκλαιγα ποτέ: τώρα θολώνουν των ματιών οι προβολές. Δικαιολογώ τον εαυτό μου πως φταίνε της μέρας οι ζεστές σκιές ή της νύχτας η κούραση. Δεν κοιμάμαι πια καλά.
Ο άντρας φοβάται όταν μένει μόνος. Φοβάται την ώρα που θα πέσει για ύπνο δίχως να ακουμπά την πλάτη της αγαπημένης, δίχως να ακούει την ανάσα της να σιγομουρμουρίζει τα βάσανα, τις γκρίνιες, τις προσδοκίες. Τα παράπονά της είναι τροφή για αυτόν: αν εξαφανιστούν, ανησυχεί (ψάχνει την αιτία της απουσίας τους).
Ο φόβος μεταμορφώνει τον άντρα σε παιδί: θέλει να κρυφτεί σε γυναικείο στήθος.
Σπίρτα οι αναμνήσεις καίνε την ψυχή.
Δεν πετώ το τόπι ψηλά: πετάω την καρδιά μου. Ακούς πώς σκάει; Με ακούς που φωνάζω το όνομά σου με χείλη βουβά;
Γυναίκα σα το γρανίτη σκληρή (με λάφυρα την ψυχή και τα χέρια μου). Να μη μπορώ να κρατήσω άλλη αγκαλιά, να ποθήσω μάτια ελαφίσια πέρα από τα δικά σου.
Γυναίκα με καρδιά ζυμαριού πατώ στη χλόη της νιότης σου αφήνοντας κι από ένα χνάρι σα χάδι ανέμου με μάλωμα βροχής σα συναντήθηκαν στο λιόγερμα του ξενιτεμένου χειμώνα (στο σημείο που συναντήθηκαν οι ψυχές μας). Βαδίζουμε σαν οπτασίας γνήσια τέκνα. Σαν μια μέρα που πήγε στην πηγή της νύχτας να ξεδιψάσει, να ξεγελάσει και να ξεγελαστεί, να πλανέψει και να πλανευτεί με ένα όραμα στου δειλινού τα χρώματα που χάθηκαν σαν είδαν εσένα κι εμένα πιασμένους χέρι-χέρι: δεν ήξερα προορισμό, δεν ήξερες γωνιά της γης που να μυρίζει τριμμένο άστρο κι αλμυρό νερό. Μα ξάπλωσα πλάι σου κι έγινες ποίημα (όλη η ζωή που ξέραμε χαράχτηκε από την αρχή πάνω στα γράμματα του απείρου).
Δε συγκρίνεται με τίποτα η επιθυμία να γυρίζεις σπίτι και να σε περιμένει εκείνη που σε κάνει να γελάς, να σε μαλώσει στοργικά (επειδή καθυστέρησες κι έχει τόσα να σου πει). Εκείνη που την αποκαλείς γυναίκα σου από το πρώτο κοίταγμα.
Κάθισε κοντά μου: θέλω απλά να μυρίσω τα μαλλιά σου, να μείνουμε αγκαλιασμένοι και να ξαναθυμηθούμε την ιστορία μας: μικρύναν τα χρόνια ή μου φαίνεται;
Ακόμα θες να σου μιλώ με παραμύθια κι ιστορίες.
20 Μαΐου 2016

Leave a comment