Διαβάτες πάνε / έρχονται / επιστρέφουν σε τόπους / επιστρέφουν από τόπους / σκυφτοί / σκεπτικοί / χαμογελαστοί / ακατάδεκτοι / απόμακροι / προβληματισμένοι, κρατώντας στα χέρια τσάντες γεμάτες άχρηστα αντικείμενα (μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού, μια κολλημένη τσίχλα, και μια μισοτελειωμένη λίστα ονείρων πλάι στη λίστα με τα ψώνια της βδομάδας, μαζί με ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς κι ένα κόκκινο κραγιόν)
Διαβάτες άγνωστοι μεταξύ τους σκουντάνε ο ένας τον άλλο. Οι περισσότεροι από αυτούς συναντώνται κάθε μέρα, την ίδια ώρα, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις, δίχως να το αντιλαμβάνονται (θύματα μιας φάρσας, θύτες μιας ζωής). Κοιτάζονται στα μάτια (αρκετοί καλημερίζονται κιόλας).
Διαβάτες κρατούν κινητά και ενημερώνονται για τα νέα –κάποιοι ξεφυλλίζουν την εφημερίδα τους– περιμένοντας για ώρα στη στάση του λεωφορείου (σε λίγο ο καθένας θα πάρει το δρόμο του: για το σπίτι, το γραφείο, το σχολείο, το κομμωτήριο, το γυμναστήριο). Προχωρούν υπνωτισμένοι, εξαντλημένοι, ικανοποιημένοι που άλλη μια μέρα πέρασε –όπως πέρασε.
Διαβάτες πάνε κι έρχονται στον τόπο του εγκλήματος. Κανείς δε μιλά: δεν έχει τι να πει.
Γυρίζουν το βλέμμα από την άλλη και συνεχίζουν την πορεία τους.
3 Μαΐου 2016

Leave a comment