Φέρε τις σελίδες (με τις εντυπωσιακές συμβουλές και τις ακλόνητες σκέψεις) να τις κάνω ράγες να περπατήσει πάνω τους το τρένο της αλήθειας και να ταξιδέψουμε στον κόσμο φωνάζοντας: «Αντέχετε να ανεβείτε επάνω; Ελάτε αν σας βαστάει!»
Τις υπόλοιπες (σελίδες) θα τις σκίσω και θα τις ρίξω πάνω από τα κεφάλια μας σα χαρτοπόλεμο: εμείς από κάτω θα χορεύουμε γυμνοί από ιδέες (γυμνοί κι από ενοχές). Θα γευόμαστε το λευκό του ουρανού (όλα θα είναι λευκά σαν τις λευκές σελίδες που θα γράψουμε τη δική μας ιστορία).
Σου μίλησαν άγρια. Σου είπαν: «Ανέβα στο πλοίο. Πάμε να κατακτήσουμε τον κόσμο». Ποιον από όλους; Το δικό σου τον είχαν κιόλας κατακτήσει. Θυμάσαι που γέλαγες αφήνοντας σύννεφα ειλικρίνειας; (μέσα τους χόρευαν τσιγγάνοι). Όλα μοιάζανε πιο απλά. Δεν υπήρχε χρόνος για θεωρία (μόνο για πράξεις). Ο χρόνος ήταν πολύτιμος για όλους.
– Γύρισες; Πού ήσουν;
– Αφού ξέρεις, γιατί ρωτάς;
– Από ενδιαφέρον. Μην παίρνεις στραβά την κάθε μου λέξη.
– Μα κι εσύ χάνεσαι μες στου μυαλού σου τις σκιές.
– Όλοι έχουμε ανάγκη από ένα καταφύγιο. Αρκεί να επιστρέφουμε εκεί που μας καταλαβαίνουν.
– Τι θα ‘θελες να κάνουμε απόψε;
– Τίποτα, μόνο να μείνουμε μαζί.
– Αυτό είναι τα πάντα.
17 Νοεμβρίου 2016

Leave a comment