Δε γνωρίζω ούτε το όνομά σου, ούτε από ποια χώρα ήρθες (αν κατάγεσαι από τη
Συρία ή το Αφγανιστάν).
Ξέρω ότι θα θυμάμαι το χαμόγελό σου: αθώο, θαρραλέο, καθαρό, όπως σου
αξίζει.
Πλησίασες προς το μέρος μου κάνοντας δυο βήματα (σίγουρα θα ‘χεις
χαμογελάσει και σε άλλους).
Όμως εγώ θα θυμάμαι το δικό σου χαμόγελο σα δώρο –εκείνης– της στιγμής.
Ήθελα τόσο πολύ να σ’ αγκαλιάσω (εσένα και όλα τα παιδιά του κόσμου: δικά
μας, δικά σας, όλοι παιδιά είμαστε που ονειρευόμαστε κάτω από τον ίδιο ουρανό,
πατάμε στην ίδια γη, ζεσταινόμαστε κάτω από τον ίδιο ήλιο, και ταξιδεύουμε προς
την ελπίδα στις ίδιες φουρτουνιασμένες θάλασσες).
Σου χάρισα κι εγώ το χαμόγελό μου ψελλίζοντας ένα ‘’Γεια’’ κουνώντας το χέρι
μου ως ένδειξη φιλικής πρόθεσης.
Σταμάτησες, δε συνέχισες. Κατάλαβες πιο πολλά από όσα μαρτυρούσε
το παιδικό σου πρόσωπο.
Οι ματιές μας συνεννοήθηκαν στη γλώσσα της αποδοχής και της αλληλεγγύης.
Δεν ξέρω μικρέ μου, τι τύχη σε περιμένει, πώς διαγράφεται το μέλλον σου και ποιοι
τελικά θα το γράψουν χρησιμοποιώντας τον δικό τους κονδυλοφόρο προδίδοντας
τα όνειρά σου για πολλοστή φορά πριν στεγνώσει το μελάνι. Σου εύχομαι να
πραγματοποιηθεί έστω ένα από τα όνειρά σου (βλέπεις, πριν προλάβεις να
ενηλικιωθείς πρώτος από πολλούς συνειδητοποίησες με ωμό και βίαιο τρόπο πως
τα όνειρα μας δεν υλοποιούνται πάντοτε και πως δυστυχώς κόβονται απότομα:
σαν τα λουλούδια που τα κόβει ανθρώπινο χέρι πριν ανθίσουν).
Σου εύχομαι να βρεις καταφύγιο σε ένα σπιτικό που θα σε κάνει να νιώσεις ξανά
ασφαλής, και το βράδυ να είσαι ζεστός και χορτασμένος όπως είμαι κι εγώ στο
δικό μου).
Σου εύχομαι μικρέ μου, να έχεις δίπλα σου κάποιον να σε αγαπά και να σε
νοιάζεται, και να σ’ αγκαλιάζει τις νύχτες που θα πετάγεσαι στον ύπνο σου από
τους εφιάλτες (όταν πια θα είσαι ενήλικος θα προσπαθήσεις να εξηγήσεις τους
λόγους που σε έκαναν να έχεις εφιάλτες).
Το σίγουρο είναι πως δε θα ξαναϊδωθούμε. Το πιο πιθανό είναι πως δε θα σε
θυμάμαι αν σε ξαναδώ. Αλλά το βλέμμα και το χαμόγελο που έκλεψα από το
αθώο σου πρόσωπο θα το θυμάμαι μικρό μου παιδί (το δικό σου και όλων των
παιδιών).
Ξέρεις, οι άνθρωποι είμαστε ένας οργανισμός που όταν ασθενεί ένα μέλος του δεν
πρέπει να αδιαφορούμε αλλά να το φροντίζουμε εγκαίρως. Εμείς, λοιπόν, οι
άνθρωποι πρέπει να μάθουμε να προσφέρουμε (θεραπεύοντας ό,τι καταστρέφει
το μίσος και η κάθε μορφή βίας).
Αντίο, μικρέ μου. Σου εύχομαι να χαμογελάς σε όλη σου τη ζωή (ως αντίδοτο στην
απελπισία) και το χαμόγελό σου να είναι κολλητικό (σε όποιον σε πλησιάζει).
Φεύγοντας, κοίταξα πάλι τις πινακίδες με τη σήμανση ‘’Ε1-Ε2-Ε3’’. Αυθορμήτως
έκανα το συνειρμό: Έψιλον (όπως Ελπίδα ή Εγκλωβισμός;).
5 Μαρτίου 2016

Leave a comment